Τετάρτη, 30 Απριλίου 2014

ΠΕΝΤΟΖΑΛΙ - ΜΕΣ ΤΟΥ ΜΑΓΙΟΥ ΤΙΣ ΜΥΡΩΔΙΕΣ

Μες του Μαγιού τις μυρωδιές
τα κόκκινα κεράσια
για δέστε πως χορεύουνε
της Κρήτης τα κοράσια

Με περηφάνια αληθινή
σεμνά και τιμημένα
πως χόρευαν της Κρήτης μας
τα τέκνα τ' αντρειωμένα

Κύτταξε Κρήτη το χορό
που μάθαν τα παιδιά σου
που ξέραν οι προγόνοι σου
και χαίρεται η καρδιά σου

Κοίταξε χάρη κι ομορφιά
τιμή λεβεντοσύνη
όπου 'χει τούτος ο χορός
και τι χαρές αφήνει

Κύτταξε και διαλάλησε
σ' όλους της γης τους τόπους
τέτοιους χορούς να μάθουνε
με τιμημένους τρόπους

Βλέπετε τούτο το χορό
που πάει ζάλο ζάλο
τον ίδιο θα χορέψουμε
στην Πόλη δίχως άλλο

Οι εθνικοί μας οι χοροί
έχουν περίσσια χάρη
δίνουν τιμή και και λεβεντιά
στ' όμορφο παλληκάρι

Όπου υπάρχουν Έλληνες
τα ξένα γράψετε τα
και τα δικά μας έθιμα
δέτε και μάθετε τα

tzouganakis kapote orko dwsame telia ektelesh (+playlist)

Ίσως δεν ήτανε γραφτό εγώ να ζω μαζί σου
όμως θα είμαι η ποιο γλυκιά στο κόσμο ανάμνηση σου.

ΤΑ ΕΝΕΤΙΚΑ ΝΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ!

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΣΤΑ ΕΝΕΤΙΚΑ ΝΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ - ΕΙΚΟΝΕΣ ΠΟΥ ΣΤΕΛΝΟΥΝ ΤΗΝ ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΣΤΟ ΟΝΕΙΡΟ !


Στο παρελθόν της πόλης μας ταξιδεύουν οι νυχτερινές εικόνες των Ενετικών νεωρίων του Ηρακλείου, από τα πιο χαρακτηριστικά μνημεία της πόλης εκατοντάδες χρόνια μετά την κατασκευή τους.  Τι κι αν δε χρησιμεύουν πια για το σκοπό που κατασκευάστηκαν και δε φιλοξενούν τις γαλέρες που έκαναν εμπόριο σε όλη τη Μεσόγειο και ξακουστό το λιμάνι του Ηρακλείου; Αποτελούν μνημείο για το διαμετακομιστικό εμπόριο που κάποτε ανέπτυσσε η Κρήτη πριν αυτό μπει ως στόχος σε ένα master plan.



Για την ιστορία να αναφέρουμε ότι οι πρώτες λιμενικές εγκαταστάσεις στη περιοχή του Ηρακλείου, υπολογίζονται από αρχαιοτάτων χρόνων. Η πρώτη σοβαρή προσπάθεια δημιουργίας οργανωμένου λιμανιού στον όρμο του«Χάνδακα» έγινε στην περίοδο της Αραβοκρατίας (9ος μ.Χ.). Με την ανάκτηση της Κρήτης στα εδάφη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας το 961 μ.Χ. ο "Χάνδακας" σταδιακά εξελίσσεται σε ακμαία πόλη με αστική οργάνωση.
Όταν το νησί ήρθε στα χέρια των Ενετών η «Κάντια» (όπως ονόμαζαν οι Ενετοί το Ηράκλειο, αλλά και την Κρήτη ολόκληρη) γίνεται η άλλη «Βενετία της Ανατολής». Από το λιμάνι αναπτύσσεται μοναδικής κλίμακας εξαγωγικό εμπόριο με Αίγυπτο, Συρία, Αρμενία, Κύπρο, Ρόδο, Χίο κ.ά., και με κύρια εξαγώγιμα προϊόντα το κρασί, το μέλι, το τυρί, το κερί, το μετάξι, τις σταφίδες, το μπαμπάκι, το λάδι και το αλάτι, που αποτελούσε Ενετικό μονοπώλιο. Παράλληλα γίνεται σημαντικός ναύσταθμος των Ενετών για όλη την Ανατολική Μεσόγειο.
Τον 17ο μ.Χ. αιώνα το λιμάνι πήρε την τελική του μορφή και ήταν ικανό να ελλιμενίσει 50 γαλέρες. Στο παλιό «Ενετικό λιμάνι» υπάρχουν ακόμα και σήμερα τμήματα από τα «ενετικά νεώρια»,δηλαδή, οι χώροι όπου κατασκευάζονταν, επισκευάζονταν ή φυλάσσονταν τα πλοία (γαλέρες, μαρσιλιάνες, καραμουσάλια, παλάντρες, γρίποι, σκιράτσα, γαλιόνια, νάβες, σαΐτες) των Ενετών. Τανεώρια, είναι θολοσκεπείς επιμήκεις κατασκευές στα νότια του ενετικού λιμανιού που χρησιμοποιούνταν ως «ταρσανάδες».
Στην αρχική τους μορφή τα νεώρια ήταν ανοικτά προς την πλευρά της θάλασσας, η οποία εισχωρούσε στο εσωτερικό τους έως ένα σημείο, προκειμένου να είναι δυνατή η ανάσυρση των πλοίων. Είχαν μήκος 50 μέτρα, πλάτος 9 μέτρα και ύψος 10 μέτρα. Μεταξύ τους επικοινωνούσαν μέσα από τοξωτά ανοίγματα και έκλειναν με θυρόφυλλα από καδρόνια με κενά διαστήματα μεταξύ τους.
Οι Ενετοί κατασκεύσαν συνολικά 19 νεώρια, σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, χωρισμένα σε τρία συγκροτήματα: τα Arsenali Antichi, Vechi & Arsenali Nuovi. Δίπλα στα Arsenali Nuovi υπήρχε αποθήκη αλατιού και μια μεγάλη δεξαμενή νερού με χωρητικότητα 20.000 βαρελιών, η οποία χρησιμοποιείται μέχρι και σήμερα για το πότισμα του πρασίνου του λιμανιού (70000 lt/day)
Αργότερα, η διάνοιξη της παραλιακής λεωφόρου, κι η επέκταση του λιμανιού "επέβαλαν" το γκρέμισμα πολλών νεωρίων. Σήμερα σώζονται μόνο τμήματα, των Vechi (4 χώροι στο μισό μήκος), νοτιοδυτικά του λιμανιού και των Nuovi (αρχικά 5 χώροι, σήμερα 1), νοτιοανατολικά του λιμανιού, δίνοντας στο λιμάνι τη σημερινή μορφή του.




ΠΗΓΗ: http://irakliolive.gr/

«Εμένα κι αν με κάνετε θρουλιά-θρουλιά στην τάβλα, τα μπαϊράκια δε χαλούν, μόνο θα έρθουν άλλα»

«Εμένα κι αν με κάνετε θρουλιά-θρουλιά στην τάβλα, τα μπαϊράκια δε χαλούν, μόνο θα έρθουν άλλα»
  • Google+
Μαλικούτης, ένας Ήρωας… κάποτε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, στο Μεγάλο Κάστρο !
Της Ελένης Μπετεινάκη
Περνώντας συχνά από κάποιους δρόμους της πόλης, αναρωτιέσαι τι μπορεί να κρύβει αυτή η μικρή μπλε ταμπέλα που γράφει ένα όνομα και μια μικρή επεξήγηση. Άλλοτε προσπερνάς χωρίς να δίνεις ιδιαίτερη σημασία κι άλλες φορές κάτι μέσα σου σε ωθεί να μάθεις , να ψάξεις … ώσπου έρχεται εκείνη η κατάλληλη στιγμή.
Οδός  Μαλικούτη … Όνομα που δεν σε παραπέμπει στα συνηθισμένα Κρητικά επίθετα με την γνωστή κατάληξη, ωστόσο ίσως να ναι και από τα πιο κρητικά που υπάρχουν.
 Η οικογένεια Μαλικούτη έχει πολύ βαθιές ρίζες στην Κρήτη, οι οποίες φτάνουν μέχρι το 1700.Η μεγάλη δράση όμως γίνεται στα χρόνια λίγο μετά την επανάσταση του 1821 που σε όλη την Ελλάδα αλλά και στην Κρήτη έγιναν απίστευτες μάχες, φονικά και  βιαιοπραγίες .
 
Ο Νικόλαος Μαλικούτης γεννήθηκε στα Βορίζια το 1782.Ήταν  ένας από τους ξακουστούς χαΐνηδες της Μεσαράς. Με την έναρξη της επανάστασης του 1821, θέλησε, αμέσως, να εμπλακεί στον αγώνα και «μπήκε» κάτω από τις διαταγές του τότε γενικού επαναστατικού αρχηγού της Κεντρικής και Ανατολικής Κρήτης, καπετάν Μιχάλη Κουρμούλη, από τον Κουσέ.  Στη συνέχεια όπως και τόσοι άλλοι κρητικοί έλαβε μέρος σε πάρα πολλές μάχες σε διάφορα μέρη της Κρήτης. Η γενναιότητα του φάνηκε αμέσως και φυσικά διακρίθηκε για το θάρρος και την ανδρεία του. Στα 1824 τον συναντάμε στην Πελοπόννησο και στην Στερεά Ελλάδα να πολεμάει του Τούρκους. Τον Απρίλη του 1827 πολεμά στην μάχη του Φαλήρου όπου καταφέρνει να σωθεί και στη συνέχεια έρχεται στην Κρήτη. Τότε γίνεται Αρχηγός των επαναστατών στη Μεσαρά. Τα χρόνια που ακολουθούν οι Κρήτες επαναστάτες κυριαρχούν σχεδόν απόλυτα στην ύπαιθρο και οι Τούρκοι μένουν αποκλεισμένοι μόνο σε πόλεις και φρούρια. Ο κάμπος της Μεσαράς που για αυτούς ήταν κύριος τροφοδότης τους παραμένει αποκλεισμένος . Έτσι αρχίζουν να σχεδιάζουν τρόπους για να επιτεθούν.
Τον Αύγουστο  του 1828 σε αντίποινα για τον φόνο του Ιωασάφ Ξωπατέρα από τον Φεβρουάριο του ίδιου χρόνου στη Μονή Οδηγήτριας από τους Τούρκους, οι Νικόλαος Μαλικούτης και Μιχαήλ Κόρακας σκοτώνουν με ενέδρα τον περιβόητο πασά και δυνάστη των Χριστιανών Ιμπραχήμ Αγριολίδη. Αυτό θα φέρει πολύ μεγάλες επιπτώσεις στους χριστιανούς που μένουν στο Μεγάλο κάστρο. Οι Τούρκοι μεταφέρουν στην πόλη το σώμα του Πασά  και δίδεται  αμέσως σύνθημα να σφαχτούν όσο περισσότεροι άοπλοι χριστιανοί γινόταν.
Ο Στέφανος Νικολαΐδης στα σημειώματά του αναφέρει: «…ο αριθμός δε των φονευθέντων τότε εντός του φρουρίου δεν δύναται να προσδιορισθέι ακριβώς , διότι άλλοι μεν συμπεραίνουν να εφονεύθησαν  έως 350 και άλλοι υπέρ τους 1000. Τούτο μόνον είναι γνωστόν, ότι οι φονευμένοι ερρίπτοντο εις τους δρόμους, των οποίων τα σώματα γυμνώνοντες αι πτωχαί Τουρκίσσαι και Τούρκοι τα άφηναν χωρίς ουδενός φορέματος. Έπειτα μετά την παύσιν της σφαγής διωρίσθησαν τινές να συνάξωσι τα σώματα, τα οποία φορτώνοντες εις όνους αλλά μεν υπήγαν εις την εκκλησίαν και έστησαν μέγαν τινά σωρόν και άλλα έρριψαν υπό τα τείχη του φρουρίου… ». Στη συνέχεια ο Νικολαΐδης περιγράφει πως το ίδιο συνέβη και στην ύπαιθρο και στα περίχωρα του Ρεθύμνου και μάλιστα στο χωριό Αρχοντική έσφαξαν όλους τους  Χριστιανούς που βρίσκονταν στην εκκλησία ακόμα και τον ίδιο τον ιερέα που εκείνη ακριβώς την στιγμή λειτουργούσε.  Είναι γνωστό το γεγονός που έχει διασωθεί από στόμα σε στόμα και στα γραπτά του αναφέρει ο Νικολαΐδης για το « Θαύμα του Αγίου Μηνά » που συνέβη το Πάσχα του 1826 , όταν οι Τούρκοι θέλησαν να μπουν στην εκκλησία την ώρα της λειτουργιάς και να σφάξουν τους Χριστιανούς , την ώρα μάλιστα του Ευαγγελίου. Τότε ,λένε, είδαν μπροστά τους τον ίδιο τον Άγιο Μηνά που τους έτρεψε σε φυγή. Από τότε μάλιστα η Τρίτη του Πάσχα ήταν αφιερωμένη στον άγιο που τον γιόρταζαν με μεγάλη τιμή όλοι οι Χριστιανοί του Μεγάλου Κάστρου. Ακολούθησαν πάρα πολλές βιαιοπραγίες των Τούρκων  με ύψιστη αυτή των 4000 από το Μεγάλο Κάστρο που ενωμένοι με άλλους από την Ιεράπετρα και την Σπιναλόγκα ε σκότωσαν τους πάντες και κατέλαβαν την Επαρχία της Σητείας στα 1829 περίπου. Ωστόσο και οι Χριστιανοί της Μεσαράς  είχαν καταλάβει όλα τα υπάρχοντα των Τούρκων στην περιοχή και τις περιουσίες των Αγάδων, οι οποίοι δεν μπορούσαν να το αντέξουν και περίμεναν την κατάλληλη στιγμή για να επιτεθούν στους Κρήτες επαναστάτες. Η οργή τους όλη είχε πέσει πάνω στους αρχηγούς  Νικόλαο Μαλικούτη και Μιχαήλ Κόρακα.
Και η στιγμή αυτή δεν άργησε να έρθει.  Ήταν Πάσχα του 1830… Οι καπεταναίοι είχαν όλοι μαζευτεί στην Πόμπια για να γιορτάσουν την μεγαλύτερη τους γιορτή  και όπως γνωρίζουμε το γλέντι κρατούσε και τις επόμενες ημέρες. Έτσι διάλεξαν την Νύχτα της Δευτέρας ή Τρίτης  της Διακαινησίμου και ξεκίνησαν από το Μεγάλο Κάστρο με 500 ιππείς. Αρχηγός τους ο Ντελής Χουσεΐν. Έφτασαν μέχρι τον Χάρακα και τα Χουστουλιανά και εκεί κρύφτηκαν και περίμεναν στήνοντας μια μεγάλη ενέδρα. Την άλλη μέρα ο Χουσεΐν στέλνει 30 μόνο ιππείς στον κάμπο της Πόμπιας και αμέσως οι αρχηγοί των επαναστατών μην καταλαβαίνοντας ότι πρόκειται για απάτη τους  επιτέθηκαν. Την ίδια στιγμή κατέφθασαν και οι υπόλοιποι ιππείς των Τούρκων και οι δικοί μας επαναστάτες βρέθηκαν ανάμεσα σε δύο πυρά. Αποτέλεσμα είναι αν και  σκοτώνονται πολλοί Τούρκοι επαναστάτες πέφτει νεκρός και  ο ηρωικός αγωνιστής των Βοριζίων, Κωνσταντής Λέκκας που κυριολεκτικά κομματιάστηκε από την μανία των Τούρκων. Ο Νικόλαος  Μαλικούτης, μαζί με εννιά εθελοντές από την άλλη Ελλάδα, κατευθύνεται στο χωριό Τρυπητά στο ναό του Μιχαήλ Αρχαγγέλου που κλείνονται μέσα προσπαθώντας να αμυνθούν.Μάταια όμως ... Ο Ντελή Χουσεΐν καλεί τον Μαλικούτη με τους εθελοντές να παραδοθούν και τους υπόσχεται με μεγάλους όρκους στο κοράνι, ότι δεν θα πάθουν τίποτε. Ο Μαλικούτης αντιστέκεται , πιστεύει ως την τελευταία στιγμή πως οι άλλοι καπετάνιοι θα κατορθώσουν να διασπάσουν την πολιορκία και να τους απελευθερώσουν. Τα πυρομαχικά τους όμως τελειώνουν κι έτσι αναγκάζονται να παραδοθούν. Ο Μαλικούτης οδηγείται στο Μεγάλο Κάστρο δεμένος πισθάγκωνα και εκεί τον υποβάλλουν σε φρικτά βασανιστήρια και εξευτελισμούς. Τον γυμνώνουν , τον φτύνουν, τον κτυπούν και τον βρίζουν , τον τραβούν δεμένο στους δρόμους του Μεγάλου Κάστρου και μάλιστα του κόβουν κομμάτια από το γυμνό του σώμα , σουβλίζοντας τον κατά την τούρκικη συνήθεια και κόβοντας σε τεμάχια τις « χερούκλες του». Η λαϊκή παράδοση θέλει να είναι ανάμεσα στον όχλο των Τούρκων και η πρώτη γυναίκα του Ιμπραχήμ  Αγριολίδη  που ήθελε να τον κρεμάσουν στην Πλατεία των Λιονταριών λέγοντας : «Ως κι η Αγριολίδαινα εβγήκε στο παλάτι κι είπε να τονε σφάξουνε, να παρ’ ένα κομμάτι ».

Επίσης σε άλλα σημειώματα αναφέρεται πως  ένας Ευρωπαίος πρόξενος του Μεγάλου Κάστρου μεσολάβησε στον Σουλεϊμάν Πασά και του πρότεινε να του δώσει χρήματα, προκειμένου να σώσει τον Μαλικούτη, αλλά ο Πασάς αρνήθηκε κατηγορηματικά.
Μαλιαστα λένε πως  ξεψυχώντας ο Μαλικούτης είπε τούτα τα λόγια στους Τούρκους βασανιστές του: «Εμένα κι αν με κάνετε θρουλιά-θρουλιά στην τάβλα, τα μπαϊράκια δε χαλούν, μόνο θα έρθουν άλλα». Τον δένουν σε σκοινί και συνεχίζουν να τον τραβούν στα σοκάκια του Μ. Κάστρου ως την Πλατεία των Λιονταριών και τον περίφημο μεγάλο πλάτανο. Εκεί αν και νεκρό τον κρεμούν προς παραδειγματισμό και σαν τρόπαιο της νίκης τους.
« Σέρνεται ακόμη το κορμί του μάρτυρα στους δρόμους
Η κεφαλή του λιόσπαρτα γίνεται μεσ ΄ τις πέτρες
κι η όψη του εσκόρπιζε το φόβο, την τρομάρα.
Δεν φαίνεται απ΄τα αίματα  που είναι κει πημένα
μένει το στόμα του κλειστό και πάντα βουβαμένο »

 Αυτό ήταν το τραγικό τέλος ενός ακόμα Κρητικού ήρωα του Νικόλαου Μαλικούτη…
Ήταν μόλις 48 ετών !
Άλλος ένας δρόμος …άλλη μια ιστορία !

ΠΗΓΕΣ:
Ηράκλειον – Χάνδαξ, Στέφανος Ξανθουδίδης
Το Ηράκλειον και ο Νομός του, 1979
Robert Pashley, Travels in Crete
zhtunteanagnostes.blogspot.gr
Επίτομη Ιστορία της Κρήτης, Ι. Μουρέλλου, εκδ. Νικ. Αλικιώτη.1934

Σάββατο, 26 Απριλίου 2014

Με την ευθύνη και την κουζουλάδα του Κρητικού θα κάνουμε αύριο το χρέος μας !!!

Την τρίτη ημέρα της Δημιουργίας ο Θεός είπε:"Να συγκεντρωθούν τα νερά που βρίσκονται κάτω από τον ουρανό σ' ένα μέρος και να φανεί η ξηρά". Έτσι κι ΕΓΙΝΕ. Ο Θεός ονόμασε την ξηρά Γη και τα συγκεντρωμένα νερά ΘΑΛΑΣΣΑ.
Την πέμπτη ημέρα, ο Θεός είπε: "Να γεννήσουν τα νερά άφθονα ψάρια στη θάλασσα και πουλιά, που πετούν στον ουρανό". Και έκανε ο Θεός τα μεγάλα κήτη και κάθε λογής ψάρια, που γέννησαν τα νερά, και τα πουλιά του ουρανού.
Και είδε ο θεός ότι αυτό ήταν καλό.
Τότε ο θεός τα ευλόγησε και τους είπε: "Να αυξάνεσθε και να πληθύνεσθε· και τα ψάρια ας γεμίσουν τις θάλασσες και τα πουλιά ας πληθαίνουν πάνω στη γη"
Έπειτα ο Πλάστης, διέταξε, μέσα στην αγκαλιά της Θάλασσας, να ξαπλώσει η άμοιρη – κατά τον Καζαντzάκη - θυγατέρα του, η Κρήτη. Έτσι κι ΕΓΙΝΕ.
Από τότε, μέσα στην αγκαλιά της γαλάζιας απεραντοσύνης κείτεται, η λεβεντογέννα κόρη Του Θεού.. Πολύπαθη όπως κι ο Γιός Του..
Η Κρήτη “γέννησε” παιδιά και αγαπήθηκε απ' αυτά, όσο καμιά άλλη μάνα στο κόσμο.
Ακόμα και σήμερα την εξυμνούν με κάθε τρόπο..
Ήθελα μόνο μια στιγμή τσι θάλασσας να μοιάσω, για να μπορέσω ολόκληρη την Κρήτη ν' αγκαλιάσω”, έγραψαν και τραγουδούν τα παιδιά της Κρήτης.
Μέσα από τη μαντινάδα αυτή, φαίνεται καθαρά η αγάπη του Κρητικού για τον τόπο του.
Όμως, αυτή η θάλασσα, που αγκαλιάζει τον τόπο που γεννήθηκε ο Δίας, ο Βενιζέλος, ο Καζαντζάκης, ΚΙΝΔΥΝΕΥΕΙ!!
Κινδυνεύει από τον χημικό εφιάλτη και μαζί της κινδυνεύουμε όλοι εμείς..

Ο Νίκος Καζαντζάκης, προσευχόταν για την Κρήτη κι έλεγε: “Θεέ μου, αξίωσέ με να μαρτυρήσω για χάρη σου και για την άμοιρη τη θυγατέρα σου, την Κρήτη”.
Άν η Κρήτη είναι άμοιρη, οι Κρητικοί δεν ήταν ποτέ άμοιροι ευθυνών...γιατί ακολουθούν πιστά τα λόγια του συμπατριώτη τους μεγάλου στοχαστή, που είχε πει μέσα από την Ασκητική:
Να αγαπάς την ευθύνη. Να λες: Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δε σωθεί, εγώ φταίω ...”
Η Κρήτη δεν θέλει νοικοκυραίους, θέλει κουζουλούς. Αυτοί οι κουζουλοί την κάνουν αθάνατη”.
Με την ευθύνη του Κρητικού στους ώμους, αλλά και την “κουζουλάδα” που ρέει στο αίμα καθενός από μας, κι αυτή τη φορά, μοναχοί μας θα κάνουμε το χρέος μας!!!
Την Κυριακή λοιπόν θα σηκωθεί το “θεριό” που κείτεται στη Θάλασσα, και θα φουρτουνιάσει το πέλαγος, ενάντια στην υδρόλυση, κι άμα λευτερωθεί η Κρήτη, από τον εφιάλτη θα λευτερωθεί κι εμένα η καρδιά μου!!!
Εύα Μαστρογιαννάκη

Πέμπτη, 17 Απριλίου 2014

ΠΟΝΟΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ - ΝΙΚΟΣ ΞΥΛΟΥΡΗΣ

 
Πού να σε κρύψω γιόκα μου να μη σε φτάνουν οι κακοί σε ποιο νησί του ωκεανού σε πια κορφή ερημική. Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ' άδικο φωνάξεις ξέρω πως θα χεις την καρδιά τόσο καλή τόσο γλυκή που μες τα βρόχια της οργής ταχειά, ταχειά θε να σπαράξεις. Συ θα'χεις μάτια γαλανά θα 'χεις κορμάκι τρυφερό θα σε φυλάω από ματιά κακή και από κακό καιρό Από το πρώτο ξάφνιασμα της 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
ξυπνημένης νιότης δεν είσαι συ για μάχητες δεν είσαι συ για το σταυρό εσύ νοικοκερόπουλο όχι σκλάβος, όχι σκλάβος ή προδότης
 

Δευτέρα, 14 Απριλίου 2014

ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ ΠΑΠΟΥΤΣΑΚΗ - 

 

ΤΟ ΣΠΙΤΙΚΟ ΚΑΠΡΙΚΟ


ΥΛΙΚΑ
3 κιλά χοιρινό κρέας (μπούτι ή σπάλα) κομμένο σε πολύ χοντρές φέτες
Αλάτι χοντρό , ξύδι
Κληματόβεργες


ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Αλατίζουμε το κρέας από την προηγούμενη μέρα (αν θέλουμε βάζουμε και ξύδι).
Παίρνουμε ένα ταψί όπου μέσα βάζουμε τις κληματόβεργες και 2 ποτήρια νερό.  Πάνω στις κληματόβεργες βάζουμε το κρέας. ( Το κρέας δεν πρέπει να ακουμπά στα υγρά του).
Στη συνέχεια βάζουμε το ταψί σε προθερμασμένο φούρνο (200 βαθμούς ) να βράσει για 20 -30 λεπτά. Μετά χαμηλώνουμε το φούρνο στους 120 βαθμούς και ……ξεχνάμε ότι μαγειρεύουμε για 6 έως 8 ώρες.




ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ

Βγάζουμε το ψημένο κρέας και το βάζουμε σε άλλο καθαρό ταψί και σκορπάμε ανάμεσά στα κομμάτια λεμονόφυλλα.  Σκεπάζουμε με καθαρή πετσέτα για μια ώρα περίπου .Το σερβίρουμε κρύο. 

ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ

 

Μνήμες από το χωριό μου
      Η περίοδος του Πάσχα, όσον αφορά τα έθιμα, αρχίζει από το Σάββατο του Λαζάρου και τελειώνει την Παρασκευή της Διακαινησίμου. Η εβδομάδα αυτή μετά το Πάσχα ονομαζόταν από τους παλιούς «βδομάδα τω σκολώ», δηλ. Δευτέρα τω σκολώ(ν), Τρίτη τω σκολώ, όπου σκόλη ίσον γιορτή, αργία.
      Το Σάββατο λοιπόν του Λαζάρου, ομάδες παιδιών ξεκινούσαν από το       πρωί κρατώντας εικονίσματα λουλουδοστολισμένα (συνήθως της ανάστασης του Λαζάρου) και ένα καλαθάκι ή πανιεράκι στα χέρια και έλεγαν από πόρτα σε πόρτα τα κάλαντα του Λαζάρου. Πολλές φορές κάποιες ομάδες έφταναν και σε γειτονικά χωριά προκειμένου το κέρδος να είναι περισσότερο. Το φιλοδώρημα ήταν κυρίως φρέσκα αυγά και λιγότερο χρήματα ή λάδι.
Σήμερον έρχεται  ο Χριστός,
ο επουράνιος Θεός
Εν τη πόλει Βηθανία,
Μάρθα κλαίει και Μαρία
Λάζαρο τον αδερφό τους,
τον γλυκύ και γκαρδιακό τους,
Τον μοιρολογούν και λέγουν,
τον μοιρολογούν και κλαίγουν.
Τρεις ημέρες τον θρηνούσαν
και τον εμοιρολογούσαν.
Την ημέρα την Τετάρτη
κίνησε ο Χριστός για να 'ρθει
Και εβγήκε η Μαρία
έξω από τη Βηθανία
Και εμπρός του γονυ κλει
και τους πόδας του φιλεί.
-Αν εδώ ήσουν Χριστέ μου
δε θα πέθαιν' ο αδερφός μου,
πλην και τώρα εγώ πιστεύω
και καλότατα ηξεύρω
ότι δύνασαι αν θελήσεις
και νεκρούς να αναστήσεις.
Λέει: Πίστευε Μαρία,
άγωμεν εις τα μνημεία .
Τότε ο Χριστός δακρύζει
και τον Άδη φοβερίζει:
-Άδη, τάρταρε και χάρο,
Λάζαρο θε να σου πάρω.
Δεύρο έξω Λάζαρέ μου,
φίλε και αγαπητέ μου.
Παρευθύς από τον Άδη,
ως εξαίσιο σημάδι
Λάζαρος απενεκρώθη,
ανεστήθη και σηκώθη.
Ζωντανός σαβανωμένος
και με το κερί ζωσμένος.
Τότε Μάρθα και Μαρία,
τότε όλη η Βηθανία
Μαθητές και Αποστόλοι
εκεί ευρεθήκαν όλοι.
Δόξα τω Θεώ φωνάζουν
και το Λάζαρο εξετάζουν
-Πες μας Λάζαρε τι είδες
εις τον Άδη απού πήγες.
-Είδα φόβους, είδα τρόμους,
είδα βάσανα και πόνους.
Δώστε μου νερό λιγάκι
να ξεπλύνω το φαρμάκι
της καρδιάς μου, των χειλέων
και μη με ρωτάτε πλέον.

          ( Τα τραγούδησε έτσι όπως τα θυμόταν ο 85χρονος
    Ιωάννης Γ. Φραγκάκης από το Ξενιάκο Ηρακλείου Κρήτης)


    Την Κυριακή το πρωί πηγαίνανε στην εκκλησία όλοι ή τουλάχιστον ένας από το κάθε σπίτι για να πάρουν από τα χέρια του παπά το Σταυρό φτιαγμένο από πλεγμένα, περίτεχνα, φύλλα φοινίκων (βάια). Μάλιστα επειδή το χωριό μου εξυπηρετούσε ίδιος ιερέας με το γειτονικό, έρχονταν και απ'  αυτό για να τον πάρουν. Το ίδιο κάνανε βέβαια κι οι χωριανοί μου την επόμενη χρονιά που ήταν η σειρά τους.

    Τους σταυρούς αυτούς τους κρεμούσαν πίσω από την κεντρική πόρτα του σπιτιού για προστασία ολοχρονίς από τους κάθε λογής εχθρούς. Η συνήθεια αυτή υπάρχει και σήμερα. Μαζί δε με τον Σταυρό έπαιρναν από την εκκλησία και ένα κλαδάκι ευλογημένης ελιάς που φυλασσόταν στο εικονοστάσι.
    Από το βράδυ της Κυριακής των Βαΐων άρχιζαν οι λεγόμενες αγρυπνιές, επειδή άρχιζαν πιο αργά από τη συνηθισμένη ώρα του σπερνού. Κι έτσι έμπαινε η Μεγάλη Εβδομάδα:
Μεγάλη Δευτέρα, μεγάλη μαχαίρα
Μεγάλη Τρίτη ο Χριστός εκρίθη
Μεγάλη Τετάρτη ο Χριστός εχάθη
Μεγάλη Πέφτη ο Χριστός ευρέθη
Μεγάλη Παρασκιή ο Χριστός στο καρφί
Μεγάλο μου Σαββάτο και πώς θα σε περάσω, απού  χεις πέντε ταχινές και πέντε μεσημέρια και πέντε απομεσήμερα και πάλι έχεις μέρα.
    Οι πρώτες τρεις μέρες περνούσαν χωρίς κάτι το ξεχωριστό. Από το πρωί της  Μεγάλης Πέμπτης, οι νοικοκυρές ξεκινούσαν τις προετοιμασίες για το βάψιμο των αυγών. Έκοβαν φυλλαράκια από διάφορα φυτά, τα έβαζαν με την καλή τους μεριά πάνω στα φρέσκα αυγά και τα στερέωναν περιτυλίγοντάς τα με κομμάτια λεπτής γυναικείας κάλτσας που είχαν φροντίσει να φυλάξουν όταν λόγω φθοράς δεν τις φορούσαν πλέον. Κατόπιν διέλυαν μόνο κόκκινη αυγομπογιά σε μπόλικο νερό και σε ειδικό για τον σκοπό αυτό τσικαλάκι έβραζαν για αρκετή ώρα τα αυγά ρίχνοντας και ξύδι για εντονότερο χρώμα. Όταν αργότερα έβγαζαν τα αυγά και το περιτύλιγμά τους, καμάρωναν για τα σχέδια που είχαν αποτυπώσει και τα άλειφαν με λάδι για να λάμψουν. Μερικές φορές κι αν στην οικογένεια υπήρχε άτομο με καλλιτεχνικό ταλέντο αντί φύλλων χρησιμοποιούσαν μικρά σχέδια σε χαρτί κομμένα υπομονετικά με ψαλιδάκι. Ίδια διαδικασία περίπου γίνεται και σήμερα.



   Τα κορίτσια την ίδια μέρα μαζεύονταν στο προαύλιο της εκκλησίας ή σε κάποιο σπίτι για να κατασκευάσουν το μεγάλο στεφάνι που θα τοποθετούσαν το βράδυ στον Εσταυρωμένο Ιησού. Το ίδιο θα γίνει και την επομένη, Μεγάλη Παρασκευή, για τον στολισμό του Επιταφίου. Συμμετείχαν και αγόρια στην όλη διαδικασία για τις πιο δύσκολες εργασίες αλλά και για να φλερτάρουν διακριτικά και όσο επέτρεπε η μέρα. Τα παιδιά πηγαινοέρχονταν στα σπίτια με αυλές για να κουβαλάνε λουλούδια, φωνάζοντας κατά διαστήματα: «Άλλος τσι κολαΐνες κι άλλος τα μυρωδικά!».
    Το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής τα παιδιά κρατώντας ανθοστολισμένους καλαμένιους σταυρούς ή εικονίσματα της Σταύρωσης γυρνούσαν στα σπίτια του χωριού απαγγέλοντας ή τραγουδώντας κατά περίπτωση «τα πάθη του Χριστού», αυτό που οι νεώτεροι λέμε «Μοιρολόι της Παναγίας»:
Σήμερον μαύρος ουρανός, σήμερον μαύρη μέρα
σήμερον όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπώνται
σήμερον έλαβαν βουλή οι άνομοι Εβραίοι
οι άνομοι και τα σκυλιά κι οι τρισκαταραμένοι.
Για να σταυρώσουν το Χριστό τον πάντων Βασιλέα.
Ο Κύριος ηθέλησε να μπει σε περιβόλι
να λάβει Δείπνο μυστικό, να τονε λάβουν όλοι.
Η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν στο θρονί της
τας προσευχάς της έκανε για το μονογενή της.
Φωνή της ήρθε απ'  ουρανού κι απ' αρχαγγέλου στόμα:
- Σώνουν, Κυρά μου, οι προσευχές, σώνουν και οι μετάνοιες
και τον υιόν σου πιάσανε και στου χαρκιά τον πάνε
κι στου Πιλάτου τας αυλάς εκεί τον τυραννάνε.
- Χαρκιά, χαρκιά, φτιάξε καρφιά, φτιάξε τρία περόνια.
Κι εκείνος ο παράνομος βαρεί και κάνει πέντε.
-Συ Φαραέ που τα φτιαξες , πρέπει να μας διδάξεις.
-Βάλτε τα δυο στα πόδια του και τα άλλα δυο στα χέρια
το πέμπτο το φαρμακερό βάλτε το στη καρδιά του
να τρέξει αίμα και νερό να πληγωθεί η καρδιά του.
Η Παναγιά ως τ' άκουσε έπεσε και λιγώθη.
Σταμνιά νερό τση ρίξανε τρία κανάτια μόσχο
και τρία νεροδόσταμα για να της έρθει ο νους της.
Και σαν της ήρθ' ο λογισμός και σαν της ήρθε ο νους της
ζητεί μαχαίρι να σφαγεί, φωθιά να πάει να πέσει,
ζητεί γκρεμό να γκρεμιστεί για το μονογενή της.
Η Μάρθα κι η Μαγδαληνή και του Λαζάρου η μάνα
και του Ιακώβου η αδελφή κι οι τέσσερις αντάμα
επήραν το στρατί  στρατί, στρατί το μονοπάτι
το μονοπάτι τ'ς έβγαλε εις του ληστή την πόρτα.
-Άνοιξε πόρτα του ληστή και πόρτα του Πιλάτου.
Κι η πόρτα από το φόβο της ανοίγει μοναχή της.
Τηρά ζερβά, τηρά δεξά, κανέναν δεν γνωρίζει
τηρά και δεξιότερα, βλέπει τον Αη-Γιάννη.
- Άγιε Ιωάννη Πρόδρομε, και βαπτιστά του γιου μου
Μην είδες τον υιόκα μου και σε διδάσκαλό σου;
- Δεν έχω στόμα να σου πω, γλώσσα να σου μιλήσω
δεν έχω χεροπάλαμα για να σου τον(ε) δείξω.
Βλέπεις εκείνον το γυμνό, τον παραπονεμένο
απού φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο
απού φορεί στην κεφαλή ακάνθινο στεφάνι;
Εκείνος είν' ο Γιόκας σου και με διδάσκαλός μου.
Η Παναγιά πλησίασε, γλυκά τόν(ε) ρωτάει:
- Δε μου μιλάς, παιδάκι μου, δε μου μιλάς, παιδί μου;
- Τι να σου πω, μανούλα μου, που διάφορο δεν έχεις.
Μόνο το Μέγα Σάββατο κοντά το μεσονύχτι
που θα λαλήσ' ο πετεινός, θα παίξουν οι καμπάνες
τότε και συ μανούλα μου θα 'χεις χαρές μεγάλες
 Όποιος τ' ακούει σώζεται κι όποιος το λέει αγιάζει
κι όποιος το καλοφουγκραστεί παράδεισο θα λάβει
παράδεισο και λίβανο από τον Αγιο Τάφο.
Και εις έτη πολλά.
                      
( Τα τραγούδησε έτσι όπως τα θυμόταν η 90χρονη
   Ελευθερία Φραγκάκη από το Ξενιάκο Ηρακλείου Κρήτης)


   

    Τη Μεγάλη Παρασκευή συνήθιζαν επίσης οι γυναίκες να πηγαίνουν και να ανάβουν τα κανδήλια στα ξωκλήσια της περιοχής και κυρίως στους Αγίους Πάντες στη Λούτρα, στην Παναγία την Κοτοποδιανή στο Κατωφύγι και συχνότερα στο προσκύνημα της Παναγίας στο Δέτη του Μηλλιαράδω.
     Το Μεγάλο Σάββατο ήταν αφιερωμένο συνήθως στην παρασκευή των γαλατερών, δηλαδή των πασχαλινών τσουρεκιών καθώς και των καλιτσουνιών.



Παραδοσιακή συνταγή για γαλατερά:
α) 6 οκάδες αλεύρι
     1 οκά ζάχαρη
    200 δράμια μαγειρικό βούτυρο
     12 αυγά
    Ζυμωμένα με αναπιασμένο προζύμι και αντί για νερό χρησιμοποιείται
    γάλα φρέσκο.                                           
β)  100 γραμ. βούτυρο
      1 πενηντάρι (150 γρ.) λάδι
      6 φλυτζάνες ζάχαρη
      7 αυγά
      κανέλα, μαστίχα
      2 χαρτάκια ξερή μαγιά και αναπιασμένο προζύμι
   
     Τα καλιτσούνια  πιο παλιά παρασκευάζονταν με φύλλο από απλό ζυμάρι χωρίς άλλα υλικά και γέμιση από χλωρό τυροζούλι (κατσικίσιο) με ψιλοκομμένο αβράσαμο και μερικές φορές λίγη ζάχαρη και τηγανίζονταν σε λάδι.

     Αργότερα στο ζυμάρι προστέθηκαν αυγά, γάλα, ζάχαρη, βούτυρο κ.ά. ή δε γέμιση γινόταν με το λεγόμενο «χλωρό» που αποτελούνταν από μισό φρέσκο κεφαλοτύρι δηλαδή τη «μαλάκα» και μισό από φρέσκια γλυκιά μυζήθρα. Στη γέμιση πρόσθεταν πάλι αβράσαμο, ζάχαρη και αυγά. Τα καλιτσούνια αυτά κατασκευάζονταν αρκετά μεγάλα, φουρνίζονταν σε ξυλόφουρνους κατάχαμα όπως το ψωμί και ακριβώς επειδή ήταν μεγάλα προσφέρονταν κομμένα σε 4 ή  6 τεμάχια.

    Στα μεταγενέστερα χρόνια οι συνταγές τελειοποιήθηκαν. Κατασκευάζονταν νέα σχήματα όπως τα λυχναράκια και τα τρίγωνα και η γέμιση ήταν κυρίως από μυζήθρα μόνο. Ψήνονταν τοποθετημένα μέσα σε ταψιά είτε στον ξυλόφουρνο είτε σε φούρνο ξυλόσομπας.


Συνταγή για καλιτσούνια:
       1 ποτήρι του νερού γάλα
       6 αυγά
       2 και μισό ποτήρια νερού ζάχαρη
       1 ποτήρι νερού λάδι
       4 μπέικιν
        Χυμός ενός λεμονιού, ξύσμα λεμονιού
        3 βανίλιες
Για τη γέμιση:
        1 μυζήθρα φρέσκια περίπου ενάμισι κιλό
        1 ποτήρι ζάχαρη
        2 αυγά
        λίγη κανέλα

   Μετά  από τόσες μυρωδιές, που σπάγανε τις μύτες όλη την ημέρα, όλοι μικροί και μεγάλοι ανυπομονούσαν πότε θα χτυπήσει το βράδυ η καμπάνα. Κι ήταν τόση η λαχτάρα που πολλές φορές βάζανε στη τσέπη τους ένα κόκκινο αυγό ή ένα καλιτσούνι για να το φάνε αμέσως μόλις ο παπάς έλεγε το «Χριστός Ανέστη». Σημειώστε εδώ ότι τότε νήστευαν όλη τη Σαρακοστή όχι μόνο οι μεγάλοι μα και τα παιδιά. Πώς να αντέξουν τόσους γλυκούς μυρωδάτους πειρασμούς;
    Επειδή τότε δεν είχαν στο χωριό μου πυροτεχνήματα και βαρελότα η Ανάσταση ήταν πιο ήσυχη, πιο μυστηριακή και τη χαρά των χριστιανών φανέρωνε μονάχα η μεγάλη φουνάρα για το κάψιμο του Ιούδα και το ασταμάτητο χτύπημα της καμπάνας που συνεχιζόταν την επομένη όλη μέρα και ενίοτε και τη Δευτέρα τω σκολώ. Όλο το χωριό περνούσε από τη  εκκλησία για να παίξει την καμπάνα ή να δει τους καμπανάρηδες που έκαναν τα τσαλίμια τους και ο ήχος έβγαινε τραγουδιστός «ντάουρι-νταντάουρι-νταντάουρι ...;» για να σμίξει με τους ήχους της καμπάνας των γειτονικών χωριών να συνταιριάξει μαζί τους και να ευφραίνεται ολόκληρη η μπαρίτικη κοιλάδα και ο αναστημένος Χριστός να αποκαμαρώνει τα παλικάρια Του. Ήταν δε τόσο ιδιαίτερο το παίξιμο του καθενός που μπορούσες να καταλάβεις αν το σχοινί το κρατούσε π.χ. ο Νικόλαος του Μελισσουργογιάννη ή ο Νικόλης του Λαμπαδοβαγγέλη.
    Το φαγητό του Πάσχα ήταν συνήθως κατσικάκι στη κατσαρόλα, πότε κοκκινιστό και πότε αυγολέμονο με ντόπιες αγκινάρες, πολλές φορές, αν τύχαινε κι ήταν το Πάσχα κάπως όψιμο. Σουβλιστά και κοκορέτσια ήρθαν πολύ αργότερα από «ξενομπασάρηδες» ή κατεχάρηδες κοσμογυρισμένους.
                            

Εφτά Ποτάμια - Γιάννης Χαρούλης

Στίχοι:
Δημήτρης Αποστολάκης

Μουσική:
Δημήτρης Αποστολάκης




Εφτά ποτάμια σμίξαν και τρεις καημοί,
κι είπανε να μερώσουνε μια στιγμή.
Οι θάλασσες κοπάσαν κι οι στεναγμοί,
εννιά σπαθιά γυμνώσανε στη γραμμή.

Η άνοιξη η μαυλίστρα για να διαβεί,
κοιτάξτε, χωριανοί μου, τι θα συμβεί.
Τα πάθη σαν σαρκώσουμε του Ραβί,
εκείνος ο μπροστάρης, κι εμείς στραβοί.

Ήλιες μου, στρατολάτη, ταξιδευτή,
που μού `δωσες τη χάρη του γητευτή,
ο άνθρωπος γυρεύει για να γευτεί,
απ' το ζεστό μου αίμα να γιατρευτεί.

Η μεγαλοβδομάδα, κόρη ξανθή,
μύρωσε το χωριό μας, και ροδανθεί,
που τρώει τον θεό του για να χαθεί,
κι ίσως με τον χαμό του ν' αναστηθεί.

Στης άνοιξης τον κόρφο, τον ζηλευτό,
μυριόχρωμο γιορντάνι, το σερπετό,
φάρμακο το φαρμάκι στον αετό,
για να πετάξει εκείνος ως είν' γραφτό.

Πέρνα περαματάρη τον ποταμό,
πάρε κι εμέ μαζί σου στον μισεμό,
κι εκεί στον καταρράχτη και στον γκρεμό,
θα μάθω του συμπάντου το λυτρωμό.

Κυριακή, 13 Απριλίου 2014

Η Κρήτη δε σταματά να μας εκπλήσσει!


Η Κρήτη δε σταματά να μας εκπλήσσει!

Το CRETALIVE παρουσιάζει ένα εντυπωσιακό φαράγγι, ένα από τα τρία διασημότερα της Κρήτης στην παγκόσμια κοινότητα των canyoners και όχι μόνο
Κείμενο- φωτογραφίες: Κώστας Φωτεινάκης
Είναι κοινός τόπος ότι η Κρήτη είναι ένα ευλογημένο νησί και δεν είναι τυχαίο ότι πάντα προσέλκυε επισκέπτες που ήθελαν να απολαύσουν το μοναδικό της τοπίο, τη σπάνια βιοποικιλότητα και την αλληλεπίδραση του ανθρώπου με αυτά.
Είναι όμως εντυπωσιακό ότι το νησί δε σταματά να μας εκπλήσσει με τους θησαυρούς που κρύβει τόσο στα σωθικά του όσο και στο επιφανειακό του ανάγλυφο.  Ένα από αυτά τα θαύματα είναι και τα άβατα φαράγγια, δηλαδή φαράγγια που διασχίζονται μόνο με χρήση τεχνικών μέσων από ομάδες ειδικά εκπαιδευμένων ατόμων-δραστηριότητα που ονομάζεται canyoning.
Εδώ παρουσιάζουμε το φαράγγι της Πορτέλας,  που μαζί με το φαράγγι του Χα και της Άρβης αποτελούν τα τρία διασημότερα φαράγγια της Κρήτης στην παγκόσμια κοινότητα των canyoners  και όχι μόνο.
Το φαράγγι της Πορτέλας βρίσκεται στα νότια του νομού Ηρακλείου και ξεκινάει από το χωριό Χόνδρος για να καταλήξει στον Κερατόκαμπο μέσω 21 τεχνικών καταβάσεων καλύπτοντας 340 μ. υψομετρικής διαφοράς και συνολικό μήκος 4,5 χλμ.
Έχει αρκετό νερό τους πρώτους μήνες της άνοιξης και ειδικά μετά από έντονες βροχοπτώσεις, γεγονός που κάνει τη διάσχιση του ακόμα πιο ενδιαφέρουσα. Οι φωτογραφίες που ακολουθούν είναι κατά τη διάρκεια σχολών μύησης που οργανώνει τακτικά το Τμήμα Κρήτης της Ελληνικής Σπηλαιολογικής Εταιρείας.

ΥΓ: το canyoning είναι μια υπαίθρια δραστηριότητα που εγκυμονεί κινδύνους και γι’ αυτό οι άνθρωποι που το ασκούν έχουν παρακολουθήσει ειδικό σχολείο για να αποκτήσουν τις απαραίτητες γνώσεις και δεξιότητες για την ασφαλή εξάσκησή της.

ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ ΜΕ ΖΑΧΑΡΗ!!

...ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ ΠΑΠΟΥΤΣΑΚΗ -

 

 ΤΟ ΕΡΩΤΙΚΟ ΓΛΥΚΙΣΜΑ ΤΩΝ ΠΑΝΗΓΥΡΙΩΝ ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ



Το ερωτικό γλύκισμα των πανηγυριών – Μαντινάδες!! Μαντινάδες δέκα στο φράγκο!!!


«Στον ουρανό του έρωντα με τα φτερά σου βγαίνω Ότι καιρός και να φυσά στη γη δεν κατεβαίνω» Διαλαλούσαν οι πανηγυράδες και τρέχανε μικροί μεγάλοι να πάρουνε… Στα πανηγύρια οι ερωτευμένοι μελετούσαν για την αγαπητικιά ή το ντελικανλή τη μαντινάδα. Το ζαχαρωτό μέσο επικοινωνίας της εποχής. Σαν το τραγούδι που αφιερώνουμε, σαν το μήνυμα στο κινητό. Ένα μήνυμα όλο γλύκα μιας και η πρώτη ύλη της μαντινάδας είναι η ζάχαρη. Κάποιες φορές η μαντινάδα δεν είχε το αναμενόμενο περιεχόμενο και τρέχανε να την αντικαταστήσουν με μια άλλη και πάντα ελπίζοντας!

Ένα κρασοπότηρο νερό, ένα κουταλάκι δραγάντι που μοιάζει με τη μαστίχα Χίου, ( τωρα το αντικαθιστούν με ένα κουταλάκι ζελατίνη) ένα κιλό ζάχαρη αλεσμένη στο χειρόμυλο να γίνει άχνη, καλό ζύμωμα… Παίρνουν χαρτάκια γραμμένα με μαντινάδες κυρίως ερωτικές, κάνουν κορδόνι το μίγμα, το κόβουν σε μικρά κομάτια και γρήγορα γρήγορα να μη ζαχαρώσει τυλίγουν ένα μέρος του χαρτιού….Αυτή είναι η γλυκιά συνταγή των μηνυμάτων του έρωτα..

Πέμπτη, 10 Απριλίου 2014

ΤΟ ΣΑΒΒΑΤΟ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ


Το Σάββατο του Λαζάρου θεωρείται μέρα του θανάτου και της ζωής. Σε κάποια χωριά μάλιστα οι αγρότες δεν μαζεύουν τη σοδιά τους γιατί φοβούνται ότι οι καρποί της γης φέρουν τον θάνατο μέσα τους. O Λάζαρος είναι μια μορφή που εμπνέει σεβασμό στον ελληνικό λαό. Παλιότερα οι εκδηλώσεις εορτασμού ήταν πολλές και ποικίλες, ωστόσο σήμερα έχουν λησμονηθεί ως επί το πλείστον.
Για παράδειγμα τα κάλαντα του Λαζάρου τραγουδιούνται σε ελάχιστες περιοχές, ενώ παλιότερα ήταν από τα πιο ζωντανά έθιμα και έδιναν ιδιαίτερο τόνο στις μικρές κοινωνίες.



Τα κάλαντα του Λαζάρου ήταν αποκλειστικά σχεδόν γυναικεία και τα τραγουδούσαν κοπέλες διαφόρων ηλικιών ακόμα και κορίτσια τις παντρειάς που ονομάζονταν "Λαζαρίνες". Την παραμονή της γιορτής, οι Λαζαρίνες ξεχύνονταν στα χωράφια έξω από τα χωριά για να μαζέψουν λουλούδια που με αυτά θα στόλιζαν το καλαθάκι τους την άλλη μέρα ντυμένες με τοπικές ενδυμασίες φορώντας ειδική στολή.
Γύριζαν από σπίτι σε σπίτι τραγουδώντας το Λάζαρο και εισέπρατταν μικρό φιλοδώρημα, χρήματα, αυγά, φρούτα ή άλλα φαγώσιμα.

Σε πολύ λίγες περιοχές της χώρας τραγουδιούνται σήμερα τα Λαζαριάτικα κάλαντα. Τα λόγια του τραγουδιού άλλοτε αναφέρονται στην ανάσταση του Λαζάρου και είναι συνήθως μέτρια στιχουργήματα και άλλοτε πάλι αποτελούν παινέματα προσώπων που αγγίζουν τα όρια υψηλής ποιητικής δημιουργίας.
Τα έθιμα του Λαζάρου στα χρόνια της σκλαβιάς είχαν κοινωνική σκοπιμότητα Στις γυναίκες και ιδίως στα νέα κορίτσια που δεν έβγαιναν συχνά έξω από το σπίτι επειδή τα ήθη της εποχής και ο φόβος της αρπαγής τους από τους Τούρκους τις περιόριζαν, δίνονταν κάποιες ελευθερίες: γίνονταν αλληλογνωριμίες και νυφοδιαλέγματα και σε λίγο καιρό ακολουθούσαν τα προξενιά, τα αρραβωνιάσματα και οι γάμοι.



Έθιμα από διαφορετικά μέρη της Ελλάδας

0 λαός γιορτάζει την πρώτη Λαμπρή, την "Έγερση" του φίλου του Χριστού, του "αγέλαστου" Λάζαρου.
Ο φόβος και ο τρόμος για όσα γνώρισε στον άλλο κόσμο άφησαν τόσο βαθιά σημάδια στην ψυχή του Λάζαρου που, λέει η παράδοση, μετά την Ανάσταση του δε γέλασε παρά μόνο μια φορά.
Είδε κάποιον χωρικό στο παζάρι να κλέβει μια στάμνα και να φεύγει κρυφά.

"Βρε τον ταλαίπωρο, είπε. Για ιδές τον πώς φεύγει με το κλεμμένο σταμνί.
Ξεχνάει ότι κι αυτός είναι ένα κομμάτι χώμα, όπως και το σταμνί. Το 'να χώμα κλέβει τ' άλλο. Μα δεν είναι να γελούν οι πικραμένοι;" και χαμογέλασε.
Στα περισσότερα μέρη της Ελλάδας για να απεικονίσουν την Ανάσταση του Λάζαρου, να συμβολίσουν δηλαδή τη Νίκη του Χριστού απέναντι στο θάνατο, αλλά παράλληλα και για να υποδηλώσουν την ανάσταση της φύσης, έφτιαχναν ένα ομοίωμα του Λάζαρου. Την παραμονή της γιορτής ή, σε πολλά μέρη, ανήμερα την "πρώτη Λαμπρή", τα παιδιά, κρατώντας το "Λάζαρο", έκαναν τους αγερμούς τους. Γύριζαν στα σπίτια και τραγουδούσαν τα "λαζαρικά", για να διηγηθούν την ιστορία του αναστημένου φίλου του Χριστού και να πουν παινέματα στους νοικοκυραίους. Στην Ήπειρο μάλιστα, στις κτηνοτροφικές περιοχές, χτύπαγαν ταυτόχρονα και μεγαλοκούδουνα.




"Πες μας Λάζαρε τι είδες
εις τον Άδη που επήγες.
Είδα φόβους, είδα τρόμους,
είδα βάσανα και πόνους,
δώστε μου λίγο νεράκι
να ξεπλύνω το φαρμάκι,
της καρδούλας μου το λέω
και μοιρολογώ και κλαίω.
Του χρόνου πάλι να 'ρθουμε,
με υγεία να σας βρούμε,
και ο νοικοκύρης του σπιτιού
χρόνια πολλά να ζήσει,
να ζήσει χρόνια εκατό
και να τα ξεπεράσει."

Τα "λαζαρικά" από τόπο σε τόπο έχουν πολλές παραλλαγές.
Στη Στερεά Ελλάδα, τη Μακεδονία και τη Θράκη στο έθιμο έπαιρναν μέρος μόνο κορίτσια, οι "Λαζαρίνες" ή "Λαζαρίτσες", έτσι εύρισκαν την ευκαιρία να γίνουν γνωστές και σαν υποψήφιες νύφες. Για "Λάζαρο" βαστούσαν έναν ξύλινο κόπανο για τα ρούχα, τυλιγμένο με παρδαλά κομμάτια από πανιά, ίδιο μωρό. Σε άλλα μέρη πάλι έντυναν με χτυπητά πολύχρωμα υφάσματα μια ρόκα, μια κούκλα, έναν καλαμένιο σταυρό και τα στόλιζαν με κορδέλες και λουλούδια. Στη Σκύρο έπαιρναν την τρυπητή κουτάλα, "τη σιδεροχουλιάρα". Έβαζαν σε κάθε τρύπα και από ένα άσπροπούλι -άσπρη μαργαρίτα- ένα κόκκινο γαρίφαλο για στόμα και σχημάτιζαν το πρόσωπο. Έδεναν σταυρωτά πάνω στην κουτάλα ένα ξύλο, για να κάνουν τα χέρια, της φορούσαν και ένα πουκαμισάκι ή ένα μωρουδίστικο ρούχο και ο "Λάζαρος" ήταν έτοιμος.
Γύριζαν τα παιδιά από σπίτι σε σπίτι τραγουδώντας και οι νοικοκυρές τους έδιναν αυγά, λεφτά ή ό,τι άλλο είχαν. Πάντα όλοι κάτι έβρισκαν να δώσουν. Κι όταν θέλαν για κάποιον να πούνε πως ήταν τσιγκούνης έλεγαν: "Ποτέ του αυγό δεν έδωσε, ούτε τ' αγίου Λαζάρου!" Στα Τρίκαλα τα αυγά που συγκέντρωναν οι Λαζαρίνες, οι μητέρες τους τα έβαφαν κόκκινα και τα κρατούσαν σε ξεχωριστό μέρος. Όταν ήθελαν να περιποιηθούν έναν επισκέπτη από αυτά τα αυγά του έδιναν, του Λαζάρου.
Σε μερικά μέρη τη θέση του "Λάζαρου" έπαιρνε ένα καλάθι στολισμένο με λουλούδια και με πολύχρωμες κορδέλες. Στην Κρήτη έκαναν έναν ξύλινο σταυρό και τον στόλιζαν με ορμαθούς από λεμονανθούς και αγριόχορτα με κόκκινα λουλούδια, τις μαχαιρίτσες. Στην Κύπρο συναντάμε το έθιμο της αναπαράστασης, στην αρχαιότερη μορφή του. Ο θεός πεθαίνει στην ακμή της νιότης του και αμέσως ανασταίνεται, όπως ο Άδωνης στους αρχαίους Έλληνες. Έντυναν ένα παιδί με κίτρινα λουλούδια, έτσι ώστε ούτε το πρόσωπο του δε φαινόταν. Σε κάθε σπίτι που πήγαιναν, όταν άρχιζαν τα άλλα παιδιά να τραγουδούν, ξάπλωνε και υποκρινόταν το νεκρό, όταν όμως έλεγαν το "Λάζαρε δεύρο έξω" σηκωνόταν.
Το ίδιο έθιμο συναντάμε και στην Κω. Το παιδί που αναπαριστούσε το Λάζαρο, τυλιγμένο σε ένα σεντόνι, ήταν και αυτό στολισμένο με κίτρινα λουλούδια. Αμοιβή της παρέας για την αναπαράσταση τα αυγά για το δάσκαλο. Τα πιο μεγάλα παιδιά, οι "πρωτόσχολοι", έπαιρναν την εικόνα του Λάζαρου, την έβαζαν πάνω σε μια ειδική κατασκευή που στόλιζαν με δεντρολίβανο -ήταν, λέει, η Βηθανία, η πατρίδα του- και γύριζαν στις στάνες. Οι βοσκοί τους φίλευαν αυγά, τυριά και μυζήθρες για τις λαμπρόπιτες.
Για την ψυχή του Λάζαρου οι γυναίκες ζύμωναν ανήμερα το πρωί ειδικά κουλούρια, τους "λαζάρηδες", τα "λαζαρούδια" ή και "λαζαράκια". "Λάζαρο δεν πλάσεις, ψωμί δεν θα χορτάσεις" έλεγαν, μια και ο αναστημένος φίλος του Χριστού πίστευαν πως είχε παραγγείλει: "Όποιος ζυμώσει και δε με πλάσει, το φαρμάκι μου να πάρει..."
Στα "λαζαράκια" έδιναν το σχήμα ανθρώπου σπαργανωμένου, όπως ακριβώς παριστάνεται ο Λάζαρος στις εικόνες. Όσα παιδιά είχε η οικογένεια τόσους "λαζάρηδες" έπλαθαν και στη θέση των ματιών έβαζαν δυο γαρίφαλα. Στην Κω οι αρραβωνιασμένες θα έφτιαχναν ένα λαζαράκι σε μέγεθος μικρού παιδιού, γεμισμένο με χίλια δυο καλούδια και κεντημένο σχεδόν σαν τις κουλούρες του γάμου, για να το στείλουν στο γαμπρό. Τα "λαζαρούδια" πολλές νοικοκυρές τα γέμιζαν με αλεσμένα καρύδια, αμύγδαλα, σύκα, σταφίδες, μέλι, πρόσθεταν πολλά μυρωδικά και τα παιδιά ξετρελλαίνονταν να τα τρώνε ζεστά.