Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2014

ΕΝΩΣΙΣ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ.flv

Το ιστορικό αυτό ντοκιμαντέρ αναφέρεται στην ΚΡΗΤΗ κατά το διάστημα
κατοχής της από τους ΤΟΥΡΚΟΥΣ, της απελευθέρωσής της και της ένωσής της
με την ΕΛΛΑΔΑ. Γίνεται αναφορά σε όλους τους κατακτητές που πέρασαν από
το νησί και στις ενέργειές τους, τονίζοντας, όμως, ότι την πιο σκληρή
συμπεριφορά είχαν οι ΤΟΥΡΚΟΙ, οι οποίοι σκόρπισαν παντού τον πανικό και
το θάνατο. Γίνεται εκτενής αναφορά στην αντίσταση των ΚΡΗΤΙΚΩΝ, η οποία
υπήρξε έντονη και διαρκής, και στο ότι όλοι οι πατριώτες είχαν
συσπειρωθεί εναντίον του εχθρού. Επισημαίνεται δε η αντιπατριωτική
συμπεριφορά των προδοτών και η πολύτιμη συνεισφορά των καλόγερων στον
απελευθερωτικό αγώνα. Ακούγονται προσωπικές μαρτυρίες ανθρώπων που
έζησαν τα γεγονότα ενώ παράλληλα προβάλλεται πολύτιμο φωτογραφικό υλικό
της εποχής.

ΚΡΗΤΗ - ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΈΝΩΣΗ 1821 - 1913

Η Ένωσή της Κρήτης με την Ελλάδα

Η πολυπόθητη ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα πραγματοποιήθηκε το 1913,
όταν με τη Συνθήκη του Λονδίνου η Ελληνική σημαία υψώθηκε στο Κάστρο του
Φιρκά στα Χανιά, ενώπιον του Βενιζέλου και του Βασιλιά Κωνσταντίνου. Η
Κρήτη πλέον ήταν ένα με την υπόλοιπη Ελλάδα.Η Ένωσή της Κρήτης με την Ελλάδα

2 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1913 Η ΕΝΩΣΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Την 1η Δεκεμβρίου του 1913 η Κρήτη ενσωματώθηκε και επίσημα στο ελληνικό κράτος. Ακριβώς ένα μήνα νωρίτερα (1 Νοεμβρίου 1913), ο σουλτάνος Μεχμέτ ο 5ος είχε παραιτηθεί από κάθε δικαίωμα επικυριαρχίας επί της μεγαλονήσου. Αιώνες αιμάτων και δακρύων στη μαρτυρική Κρήτη έβρισκαν επιτέλους την ιστορική τους δικαίωση.

Η επίσημη ανακήρυξη της ένωσης έγινε στα ηλιόλουστα Χανιά την Κυριακή 1η Δεκεμβρίου 1913, παρουσία του βασιλιά Κωνσταντίνου και του πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου, μέσα σε ιδιαίτερα πανηγυρικό κλίμα. «Η πόλις ηγρύπνησε στολιζομένη. Εορτάζει δε ο ουρανός, αποκατασταθείσης από της νυκτός της γαλήνης και ανατείλαντος εαρινού ηλίου. Οι δρόμοι παρουσιάζουν όψιν λειμώνων ευωδιαζόντων από τας μυρσίνας. Παντού είναι ανηρτημέναι Βυζαντιναί σημαίαι μεταξύ των κυανολεύκων. Συνωστίζονται παντού χωρικοί υψηλόκορμοι ζώσαι εικόνες του Θεοτοκοπούλου. Τα Κρητικόπουλα εις σμήνη κυκλοφορούν με τις φουφουλίτσες των. Από του Νικηφόρου Φωκά του εκδιώξαντος εκ Κρήτης τους Άραβας πρώτην φοράν Έλλην βασιλεύς αποβιβάζεται εις την νήσον» γράφει σε ανταπόκρισή της από τα Χανιά η αθηναϊκή εφημερίδα «Εστία». Οι εκδηλώσεις κορυφώθηκαν στις 11:50 το πρωί, όταν οι γηραιοί αγωνιστές Αναγνώστης Μάντακας, 94 ετών, και Χατζημιχάλης Γιάνναρης, 88 ετών, ύψωσαν την ελληνική σημαία στο φρούριο Φιρκά, ενώ την ίδια ώρα ερρίπτοντο 101 κανονιοβολισμοί από τα ναυλοχούντα ελληνικά πολεμικά πλοία.
Η Κρήτη περιήλθε ολοκληρωτικά στην Οθωμανική Αυτοκρατορία στις 4 Οκτωβρίου του 1669, όταν ο μέγας Βεζύρης Κιοπρουλής εισήλθε πανηγυρικά στον Χάνδακα (σημερινό Ηράκλειο), θέτοντας τέλος στην Ενετοκρατία στο νησί, που κράτησε 465 χρόνια (1204-1669). Παρά τη φυγή πολλών κατοίκων και την πληθυσμιακή αλλοίωση από τους νέους κατακτητές, οι Κρήτες ποτέ δεν έσκυψαν το κεφάλι στους Οθωμανούς. Το μαρτυρούν οι εξεγέρσεις του 1692 («Κίνημα του 1692») και του 1770 («Επανάσταση του Δασκαλογιάννη»).



Το 1821, οι Κρήτες συμμετείχαν στον εθνικό ξεσηκωμό, αλλά οι προσπάθειές τους δεν ευοδώθηκαν, εξαιτίας του μεγάλου αριθμού Τούρκων και Τουρκοκρητικών στο νησί και της έλλειψης εφοδίων. Οι εξεγέρσεις κατά του κατακτητή συνεχίστηκαν με αμείωτη ένταση και πυκνότητα, το 1833 («Κίνημα των Μουρνιών»), το 1841 («Επανάσταση των Χαιρέτη και Βασιλογεώργη»), το 1858 («Κίνημα του Μαυρογένη»), την τριετία 1866-1869 («Μεγάλη Κρητική Επανάσταση»), το 1878 («Επανάσταση του 1878»), το1889 («Επανάσταση του 1889») και τη διετία 1897-1898 («Επανάσταση του 1897-1898»), οπότε η Κρήτη κέρδισε την αυτονομία της υπό τις ευλογίες των Μεγάλων Δυνάμεων, μετά τις απίστευτες ωμότητες που διέπραξαν οι βαζιβουζούκοι (Τούρκοι άτακτοι) στο Ηράκλειο στις 25 Αυγούστου του 1898. Στις 2 Νοεμβρίου του ίδιου χρόνου και ο τελευταίος τούρκος στρατιώτης εγκατέλειπε το κρητικό έδαφος.
Η Κρήτη τέθηκε υπό την προστασία των Μεγάλων Δυνάμεων και την υψηλή μόνο επικυριαρχία του σουλτάνου. Από το 1898 έως το 1913 δημιουργήθηκε η Κρητική Πολιτεία, με αρμοστή τον έλληνα βασιλόπαιδα Γεώργιο και κυβέρνηση αποτελούμενη από πέντε χριστιανούς και ένα μουσουλμάνο (Οι μουσουλμάνοι αντιπροσώπευαν περίπου το 25% των κατοίκων της Κρήτης το 1900). Δεσπόζουσα μορφή εκείνης της περιόδου αναδείχθηκε ο νεαρός δικηγόρος Ελευθέριος Βενιζέλος, ο οποίος γρήγορα ήλθε σε σύγκρουση με τον Γεώργιο, εξαιτίας των υπερεξουσιών του. Η «Επανάσταση στον Θέρισο» (10 Μαρτίου 1905), που οργάνωσε ο Βενιζέλος ανάγκασε τον Γεώργιο σε παραίτηση και την ανάληψη της ύπατης αρμοστείας από τον ελλαδίτη πολιτικό Αλέξανδρο Ζαΐμη. Κύριο αίτημα των εξεγερμένων ήταν η άμεση ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα.
Η νικηφόρα έκβαση των Βαλκανικών Πολέμων (1912-1913) για την Ελλάδα, εξαιτίας και της διορατικής πολιτικής του Έλληνα πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου, επιτάχυνε τις εξελίξεις. Στις 30 Μαΐου 1913 ο παραπαίων σουλτάνος παραιτήθηκε όλων των δικαιωμάτων του στην Κρήτη με τη Συνθήκη του Λονδίνου (άρθρο 4), ενώ με ιδιαίτερη συνθήκη παραιτήθηκε και από την επικυριαρχία του στο νησί (1 Νοεμβρίου 1913). Η Κρήτη ήταν ελεύθερη και η ένωσή της με την Ελλάδα είχε πραγματοποιηθεί. Το Κρητικό Ζήτημα, που απασχόλησε επί μακρόν τη διεθνή πολιτική, είχε επιλυθεί.
Το 1923 με την ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας έφυγαν και οι τελευταίοι μουσουλμάνοι από την Κρήτη, οι περισσότεροι από τους οποίους εγκαταστάθηκαν στα παράλια της Μικράς Ασίας. Από τα μέσα της πρώτης δεκαετίας της νέας χιλιετίας, άρχισε να διαδίδεται μια φημολογία, κυρίως μέσω διαδικτύου, ότι το 2013 οι κάτοικοι της Κρήτης θα κληθούν να αποφανθούν με δημοψήφισμα εάν επιθυμούν το νησί να παραμείνει στην Ελλάδα ή να ανεξαρτητοποιηθεί, βάσει ενός μυστικού πρωτοκόλλου των συνθηκών παραχώρησής του στην Ελλάδα το 1913. Οι ειδικοί διαβεβαιώνουν και ο χρόνος έδειξε ότι επρόκειτο περί αστειότητος ή ευσεβούς πόθου κάποιων κύκλων.



Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2014

Άγιος Ανδρέας ο "Τρυποτηγανάς", οι τηγανίτες κι οι απαρχές του λαδιού!

Τελευταία μέρα του Νοεμβρίου, ή "Αγ'Αντριά" όπως τον λεν, είναι του Αγίου Αντρέα, του επονομαζομένου "Τρυποτηγανά", καθώς τη μέρα της γιορτής του συνηθίζανε να τηγανίζουν λαλαγγίτες ή λουκουμάδες και λέγαν πως όποια νοικοκυρά το αμελήσει τούτο το έθιμο θα της τρυπούσε ο άγιος το τηγάνι! Δεν είναι και παράξενο που η μέρα τούτη συνδυάστηκε με τηγανιτές λιχουδιές, καθώς είναι μέρα γιορτινή που πέφτει σε περίοδο νηστείας και μάλιστα σε μια εποχή που βγαίνει το πρώτο λάδι της χρονιάς. Έτσι κι αλλιώς στα μέρη μας, με το πρώτο λάδι -όπως και με το τελευταίο- συνηθίζαν να φτιάχνουν λουκουμάδες και λαλαγγίτες για να γλυκαθούν και να το εγκαινιάσουν!

                          

Πολύ σωστά σημειώνει ο Νίκος Ψιλάκης ("Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", εκδόσεις Καρμανωρ) πως "Όποιος αρκείται στην ανάγνωση των συναξαρικών πηγών ίσως να μην κατανοήσει ποτέ γιατί συνδέθηκε με τα τηγάνια και τις τηγανίτες ο πρωτόκλητος μαθητής του Χριστού, ο ψαράς από τη Βησθαϊδά, που "όργωσε" τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία διδάσκοντας το λόγο του Διδασκάλου του. Θα το κατανοήσει μόνον αν θυμηθεί τους ειδικούς διαιτολογικούς κανόνες που ισχύουν κατά τις περιόδους των τεσσαρακοστών (η εορτή του Αγίου Ανδρέα πέφτει μέσα στη σαρακοστή των Χριστουγέννων) και αν παράλληλα παρακολουθήσει τη ζωή των αγροτικών κοινωνιών του ελληνικού χώρου, που αυτήν την περίοδο καταπιάνονται με την (κοπιώδη) συλλογή του ελαιοκάρπου."
Και συνεχίζει: "....Στα τέλη του μήνα, όμως, έπρεπε να έχουν αλεστεί οι πρώτες ελιές και να έχει φτάσει στο κάθε σπιτικό το καινούριο λάδι. Το τηγάνισμα κατά την ημέρα της γιορτής του Αγίου Ανδρέα (ή την παραμονή) έπρεπε να γίνει με λάδι από την καινούρια σοδειά. Η χρησιμοποίηση του καινούριου ελαιολάδου ενσωμάτωνε μια ιδιαίτερη τελετουργία. Συχνά έχυναν το λάδι στο τηγάνι σταυρωτά λέγοντας μιαν ευχή, όπως "καλοκατάλυτο" ή "και του χρόνου". Πιθανότατα πρόκειται για απήχηση των απαρχών, της συνήθειας να μοιράζονται οι πρώτοι καρποί της σοδειάς ή να προσφέρονται στους θεούς.
Οι απαρχές του ελαίου είναι ένα από τα πιο συγκινητικά έθιμα των ελαιοπαραγωγγικών περιοχών. Στη Μεσαρά "το πρώτο λάδι της χρονιάς δεν πήγαινε στο σπίτι, αν δεν σταματούσε εκείνος που το μετέφερε στην εκκλησία και να ανάψει με αυτό καντήλια...". Στο Λάστρο Σητείας "από το πρώτο λάδι πήγαιναν οπωσδήποτε ένα μπουκάλι ή ένα μίστατο, ανάλογα με το τί μπορούσε ο καθένας, στην εκκλησία. Το μίστατο ήταν σταμνί με πλατύ στόμιο και έβαζε εφτά οκάδες λάδι. .....Με το πρώτο λάδι έπρεπε να ανάψουν και το καντήλι του κάθε σπιτικού στο εικονοστάσι."
Εκτός από τις προσφορές στη θεότητα, το έθιμο απαιτούσε "μοίρασμα" των αγαθών που είχε στείλει η θεία ευλογία. Και ως καταλληλότερη μέρα γι'αυτό θεωρήθηκε η 30η Νοεμβρίου:
"πάσαι αι οικοδέσποιναι αφ' εσπέρας της εορτής ταύτης, ή και την πρωϊαν κατασκευάζουν τηγανίτας ή μελομακαρόνες κτλ. Όστις δε δεν κάνει τοιούτους, τρυπά το τηγάνιόν του ο άγιος, όθεν και τρυποτηγανάς επικαλείται..."
"Του Άι Αντρέα όποια γυναίκα δεν ψήσει τηγανίτους θα τρυπήσει το τηγάνι..."
Στις περιοχές όπου παρασκεύαζαν τηγανίτες φρόντιζαν να προσφέρουν από ένα πιάτο σε φιλικά ή συγγενικά σπίτια και, κυρίως, σε σπίτια που είχαν ανάγκη ή που δεν είχαν ελαιώνες. Η συνήθεια αυτή αποτελεί μία από τις πιο χαρακτηριστικές απηχήσεις των εθιμικών απαρχών. Το ίδιο ακριβώς γίνεται σε πολλές περιοχές του ελληνικού χώρου με το πρώτο ψωμί της χρονιάς....."
Αντίστοιχα καταγράφει κι ο Βασίλης Λαμνάτος ("Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας"): "Στις καλομέρες του Νοέμβρη γίνεται και το μάζεμα των ελιών, που θα δώσουν το πρωτολάδι κι απ'αυτό θα στείλουν οι νυκοκυραίοι ένα μπουκάλι στην εκκλησιά για το άναμμα των καντηλιών και για την ευλογία του παπά. Με το πρωτολάδι οι νοικοκυρές θα φτιάξουν πάλι και τηγανίτες και γλυκά., συνήθως χαλβά, για να τα μοιράσουν στη γειτονιά και σ'αυτούς που δεν έχουν λάδι. Θα τους δώσουν κιόλας και λίγο σ'ένα μπουκάλι, για να φτιάξουν καμιά λαχανόπιτα, να φάνε και να ευχηθούν και "του χρόνου πιότερο" ή "και του χρόνου να μην το χαρούν τα κιούπια"."
Ο λαογράφος μας Δημήτρης Λουκάτος ("Φθινοπωρινά"), μάλλον παραβλέπει το ρόλο της αγροτικής/ελαιοπαραγωγικής ζωής καθώς και της θρησκευτικής (σαρακοστή, νηστεία) σε τούτο το έθιμο και κάπως αόριστα αναφέρει πως "ίσως και στις δικές μας λουκουμάδες να κρύβεται κάποια μαγικοθρησκευτική (και εξευμενιστική) προφύλαξη για τη σπορά, με εκπρόσωπο τον άγιο Ανδρέα, που έλαχε να "κλείνει" την όλη φθινοπωρινή περίοδο." Και συνεχίζει γράφοντας πως"παραδίδεται, για τα παλαιότερα χρόνια των Πατρών, ότι συνήθιζαν να φτιάχνουν την παραμονή της γιορτής του αγίου Ανδρέα και "λαχανόπιτες", από τις οποίες έστελναν και στην εκκλησιά, για να μοιραστούν στους φτωχούς (Εξευμενιστικό κι αυτό και ίσως νεκρολατρευτικό έθιμο των "πλακούντων".)"  Προσωπικά πιστεύω πως κι αυτό το έθιμο στην Πάτρα έχει να κάνει και με την προσφορά των απαρχών του ελαίου, με το "μοίρασμα των αγαθών", κι ίσως κι ένα είδος "κοινής τράπεζας" (κάτι ανάλογο γίνεται ακόμη και στα "κουρμπάνια") που αφορά τον πρώτο καρπό σε μία περίοδο νηστείας που θα ήταν απαγορευτικό να μοιραστεί κάτι αρτύσιμο, οπότε η λαχανόπιτα (η οποία, παρεμπιπτόντως, φτιάχνεται από χόρτα τα οποία τέτοια εποχή ξεμυτίζουν στους αγρούς) ήταν το καταλληλότερο έδεσμα για την περίπτωση αυτή.
Ο Λουκάτος καταγράφει, επίσης, πως τη μέρα αυτή "Κάτι που θυμίζει τα πολυσπόρια της γιορτής των Εισοδίων (δηλ.της ίδιας αγροτικής περιόδου) είναι αυτό που γίνεται στην Ήπειρο, να βράζουν καλαμπόκι ("Αντριλούσια" ή "μπόλια") και να τα πηγαίνουν στην εκκλησιά να ευλογηθούν, ώστε ύστερα να τα μοιράσουν, για το καλό της χρονιάς, στον κόσμο. Στη Θράκη, έβραζαν επίσης, την ημέρα του αγ.Αντρέα, σιτάρι με ζάχαρη, σταφίδες κλπ.(δηλ.πανηγυρικά κόλλυβα) και τα μοίραζαν στον κόσμο. Στην Ακαρνανία έβραζαν (και βράζουν ακόμα) πραγματικά "πολυσπόρια", όπως της Παναγιάς, το ίδιο δε και στη Θεσσαλία, όπου τώρα τα λένε "Αντραλούσια". Όλα αυτά δείχνουν μαγικο-παραγωγικές ενέργειες της εποχής (τέλος σποράς, αναμονή της βλαστικής γονιμοποίησης)...."  Ίσως τούτα τα πολυσπόρια να τα συνήθιζαν κυρίως σε μη ιδιαιτέρως ελαιοπαραγωγικές κοινωνίες, σε κοινωνίες που παρήγαγαν όσπρια και σιτηρά, καθώς ο Νοέμβριος είναι μήνας σποράς τούτων και ο Άγιος Αντρέας είχε τη φήμη, λόγω παρετυμολογίας του ονόματός του (Ανδρέας, ανδρείος, αντρειεύω) πως"αντρειεύει" το κρύο, την νύχτα (τη μεγαλώνει) και τα σπαρτά (τα μεγαλώνει, τ'αυξάνει). Αναφέρει ο Γεώργιος Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας") πως "Για να ενισχύσουν την αύξηση των σπαρτών και την καρποφορία, οι γεωργοί βράζουν, όπως και κατά τα Εισόδια της Θεοτόκου, πολυσπόρια (καλαμπόκι και στάρι μαζί) και "τα πάνε στην εκκλησία και τα διαβάζει ο παπάς' τό'χουν σε καλό, όπως λέγουν, να τα βλογήσει ο Θεός, να γίνουν περισσότερα παρέκεια. Τα μοιράζουν στα σπίτια, για ν'αντρειωθούν τα σπαρτά." (Ήπειρος)." 
"Σ'τσι τριάντα, τ'αγι'Αντριός
αντρειεύεται το κρύο."
"-Βλάχε μου, πότ' εκρύωσες;
-Αυτού κοντά τ'αγι'Αντριός, του γέρο Νικολάου!"
Εδώ, πάντως, στο βουνό των Κενταύρων, άρχισε να αντρειεύει το κρύο και καθώς από αύριο επισήμως θα υποδεχτούμε το χειμώνα... "Καλό χειμώνα" εύχομαι νά'χουμε, και φτιάξτε και καμιά τηγανίτα να γλυκαθείτε λίγο... κι η μέρα το ζητά κι οι πίκρες που μας ποτίζουν! 



http://firiki.pblogs.gr/

ΤΟ ΜΑΖΕΜΑ ΤΗΣ ΕΛΙΑΣ!

Το μάζεμα της ελιάς. Ένα εκπληκτικό φιλμ για μια ελληνική παράδοση αιώνων (ΒΙΝΤΕΟ)
Επιμέλεια Εύα Κορέλη |

Ένα υπέροχο οπτικό ταξίδι στους ελαιώνες της Κρήτης γεμάτο μνήμες, συγκίνηση, και την ψυχή της  Ελλάδας.


"The Olive Tree Will Always Be Here", δηλαδή "η ελιά θα είναι πάντα εδώ" ο τίτλος του ολιγόλεπτου φιλμ, δημιουργία της Indigo View για την ελληνική εταιρεία εξαγωγών προϊόντων ελιάς και ελαιολάδου GAEA.



Ενας ύμνος στο δέντρο-σύμβολο της ελληνικής υπαίθρου. Μια ταινία μικρού μήκους για την σημασία της ελιάς για τους Ελληνες με αισθητική τελειότητα, δύναμη και ευαισθησία.
Μαγικές κινηματογραφικές εικόνες από μια φθινοπωρινή Κρήτη και από πρόσωπα βγαλμένα από μια άλλη εποχή.





Πηγή : yatzer

Ερωτόκριτος - Μίλτος Πασχαλίδης

Σάββατο, 22 Νοεμβρίου 2014

ΗΡΑΚΛΕΙΟ -ΧΑΝΙΟΠΟΡΤΑ!

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟΝΕ ΝΑ ΠΕΡΝΑ ΑΠ ΤΟ ΧΑΝΙΩ ΤΗ ΠΟΡΤΑ - ΧΑΝΙΟΠΟΡΤΑ


 Η πύλη και ο προμαχώνας Παντοκράτωρας πήραν  το όνομα τους  απο την μικρή εκκλησία του Παντοκράτωρα που βρισκόταν πολύ κοντά τους.  Πρόκειται  για την πύλη με  την οποία ο Χάνδακας επικοινωνούσε  με τη  δυτική  Κρήτη,  έχει  πάνω από  το  θύρωμα  της  εξόδου εντοιχισμένες ανάγλυφες πλάκες, με  το φτερωτό λιοντάρι του Αγίου Μάρκου, τη μορφή του Παντοκράτορα με την επιγραφή στα ελληνικά  ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΩΡ  και το  στέμμα του Δόγη της Βενετίας Pietro Loredan.  Κατασκευάστηκε  το  1567  και  ο  σχεδιασμός της οφείλεται στον Ενετό αρχιτέκτονα Michele Sammincheli.







Η πύλη Παντοκράτορα  αποτελεί την μεγαλύτερη  πύλη  στην  πόλη  με  επιφάνεια περίπου 600 τετραγωνικών μέτρων και κύριο χαρακτηριστικό της  την  διπλή  χρήση από  δύο χωριστές εισόδους στην πρόσοψη, οι οποίες  οδηγούσαν  σε  δύο  ανεξάρτητους θολωτούς διαδρόμους. Ο αριστερός διάδρομος εξυπηρετούσε αποκλειστικά  την  είσοδο  και  έξοδο των πολιτών, ενώ ο δεξιός οδηγούσε στην νότια χαμηλή πλατεία η οποία είχε καθαρά στρατιωτική χρήση, καθώς εκεί τοποθετούνταν τα κανόνια για την άμυνα της τάφρου.



Τον εικοστό αιώνα στο νότιο τμήμα στο πλάι της πύλης κατεδαφίστηκε τμήμα του τείχους και δημιουργήθηκε πέρασμα για τα αυτοκίνητα και τους πεζούς.  Η γεφύρωση  του έγινε το 1915με ευρύ τοξωτό άνοιγμα, κάτω από το οποίο διέρχεται, ο κεντρικός οδικός άξονας της πόλης.



Σήμερα η περιοχή αυτή ονομάζεται Χανιόπορτα. 
Η Χανιόπορτα ήταν μία από τις ελάχιστες εισόδους του μεσαιωνικό Χάνδακα. Ονομάστηκε έτσι επειδή την χρησιμοποιούσαν κυρίως όσοι έρχονταν από την άλλη μεγάλη πόλη της Κρήτης, τα Χανιά.





“Απ΄τω Χανιώ την Πόρτα”  ο Οπλαρχηγός Ιωάννης Παλμέτης


Αφήστε τονε να περνά απ’ των Χανιών την πόρτα
και να φορεί και τ’ άρματα όπως τα φόρειε πρώτα.
-Αφήστε τονε να περνά μα δεν έχει διασάκι,
Παλμέτη τονε λέγουνε από το Καμαράκι.
Ο Παλμέτης δε δέχτηκε την αμνηστία, όπως λέει κι ο στίχος παρακάτω:
Πολλοί Ρωμιοί εμουτίσανε και δώσανε κι αράι,
μ’ αυτός από τον πόλεμο ίνα δεν παντονιάρει.
(Η συμφωνία για ανακωχή λέγεται αράι ή ράι).
Μονο μηνά των τών Τουρκών και πέμπει των και γράμμα:
-Εγώ μουτής δε γίνομαι, δίχως κανένα πράμα.
Αλλά ας τ’ ακούσουμε καλύτερα στο τραγούδι:
Κοντό και να του βγάλανε τραγούδι του Παλμέτη,
που φόρειενε το λαχουρί και τ’ άρματα στο μπέτη;
Με το συχνοψιχάλισμα φυτρώνει το λουλούδι,
αφρουκαστείτε να σας πω παλικαριού τραγούδι.
Αφρουκαστείτε να σας πω για έναν αντρειωμένο,
που η Ιστορία έπρεπε να ‘χει στεφανωμένο.
Παλμέτη τον ελέγανε αυτό το παλικάρι,
του δυτικού Μαλεβιζιού το ξακουστό λιοντάρι.


Ετούτος εκατάγετο από ένα χωριουδάκι,
‘πό τις Γωνιές ποκατωθιό, που λένε Καμαράκι.
Στο Καμαράκι το χωριό ήτανε γεννημένος
και εκεί εμεγάλωσε αυτός ο αντρειωμένος.
Την εποχή που η Τουρκιά εσκότωνε κι εκρέμα,
ο Παλμέτης εκδικήθηκε των Χριστιανών το αίμα.
Τα αίτια που βγάλανε εις το κλαρί το Γιάννη
και ένα όρκο έδωκε σκλάβος να μην ποθάνει:
Δεν εβαστούσε στην καρδιά να βλέπει να πειράζουν
καθημερνώς τους Χριστιανούς και να τους ατιμάζουν.
Μια ταχινή σηκώνεται, στη Χώρα κατεβαίνει,
περνάει τη Χανιόπορτα, στο Μεϊντάνι βγαίνει.
Εκεί τονε συνάντησε ο Τούρκος ο Μεκιάνης,
και λέει του: -Ίντα βαστάς κι ίντα πουλείς μρε Γιάννη;
-Τυρί κρατώ και το πουλώ κι αν θες να σου το δώσω,
γιατί χρωστώ ενούς λεφτά και θέλω να πλερώσω.
Επήρε ο Τούρκος το τυρί, δε θέλει να πλερώσει,
κι από το σπίτι γρήγορα θέλει να τονε διώξει.
Μα ο Παλμέτης δε βαστά και σα θεριό εγίνη
και μια βεργιά στην κεφαλή η του Μεκιάνη δίνει.
Έπεσε κάτω, κι άρχισε χάμαι και τον κλοτσούσε,
σαν το σταφύλι άγρια τονε τσαλοπατούσε.
Ο Τούρκος ξεζαλίστηκε και στον πασά πηγαίνει
με ματωμένο το κορμί, την κεφαλή σπασμένη.
Λέγει: -Ο Παλμέτης μ’ έδειρε δίχως καμιάν αιτία
και θέλω να του δώσετε θάνατο τιμωρία.


Μια μέρα στέλνει ο αγάς δυο Τούρκους απ’ τη Χώρα,
στο Καμαράκι πήγανε κατά τις τρεις η ώρα.
Τα άλογα πεζέψανε, τα δένουν και ρωτούνε,
πως τον Παλμέτη θέλουνε εξάπαντος να δούνε.
Μα ο Παλμέτης έβλεπε πρόβατα στο Κεφάλι
και θώρειε ίντα γίνεται με προσοχή μεγάλη.
Και βγάζει την απόφαση, πρέπει να σκοτωθούνε,
και πίσω στο Ηράκλειο να μην ξαναφανούνε.
Είχ’ ένα φίλο απ’ τις Γωνιές που Βλάχος εγρικάτο,
που εμακέλευγε κι αυτός το τούρκικο μιτάτο.
Κάτω στο Ποροφάραγγο οι δυο τους κατεβαίνουν,
τους Τούρκους περιμένανε οντε θελα γιαγέρνουν.
Και δεν επέρασε πολλή ώρα να κατεβούνε
και στην παγίδα τω θεριών η τα σκυλιά να μπούνε.
Αφήνουν τους και προχωρούν, κοντά κοντά σιμώνουν
και στην κορφή της κεφαλής με τέχνη τους ξαμώνουν.
Σαν αστραπή πετάχτηκαν, οι βέργες κατεβήκαν
εις την κορφή της κεφαλής και χάμαι γκρεμιστήκαν.


Επήραν τα τουφέκια των, τσι σφαίρες που βαστούσαν
και με αυτά αρχίσανε Τούρκους και πολεμούσαν.
Κάτω εις το Σκλαβόκαμπο Τούρκους αιχμαλωτίζει
κι είχε μανία την Τουρκιά σε ταύκους να γκρεμίζει.
Πέρα μακριά στο Στρούμπουλα είχε κι εκεί λημέρι
και την Τουρκιά επολέμανε νύχτα και μεσημέρι.
Είχε και μιαν Ανωγειανή που τον εβοηθούσε,
όπου με πόνο στην καρδιά τους Τούρκους πολεμούσε.
Αυτή ‘ταν απ’ τους Νιώτηδες κι ήτανε στο λημέρι
και τον Παλμέτη βοηθά νύχτα και μεσημέρι.
Αυτή ψηλά ανέβαινε, ποπάνω απ’ το λημέρι
κι όταν οι Τούρκοι ερχότανε εχτύπανε ένα λέρι.
Και με τους χτύπους έδινε σινιάλο αποκάτω
και τους περικυκλώνανε, τους ρίχναν σ’ έναν ταύκο.
Μια μέρα τρεις επιάσανε, στον ταύκο τσ’ οδηγούνε
και λεν τους να πηδήξουνε αν θένε να σωθούνε.
Ο ένας ήταν δυνατός κι επέρασε από πέρα,
σε τραμιθιά εκρεμάστηκε με τη δεξά του χέρα.
Και ο Παλμέτης τράβηξε γρήγορα το σπαθί του,
εζούγλανε τη χέραν του και πήρε τη ζωήν του.


Δεκάδες Τούρκους έριξε εκείνανα τα έτη
και σήμερα ακούγεται «ο ταύκος του Παλμέτη».
Πολλοί Ρωμιοί εμουτίσανε και δώσανε κι αράι,
μ’ αυτός από τον πόλεμο ίνα δεν παντονιάρει.
Μονο μηνά των τών Τουρκών και πέμπει των και γράμμα:
-Εγώ μουτής δε γίνομαι, δίχως κανένα πράμα.
-Αφήστε τονε να περνά απ’ των Χανιών την πόρτα
και να φορεί και τ’ άρματα όπως τα φόρειε πρώτα.
-Αφήστε τονε να περνά μα δεν έχει διασάκι,
Παλμέτη τονε λέγουνε από το Καμαράκι.
Πέντε ήταν οι Ανωγειανοί που βγήκαν στο ποδάρι
κι είν’ ο Παλμέτης μοναχός, τ’ όμορφο παλικάρι.
Τετράδη κάνει γράμματα ο Νιώτης στον Παλμέτη,
στο Στρούμπουλα να κατεβεί να σμίξουνε την Πέφτη.
Στο Στρούμπουλα εμονιάσανε και κάμαν το τερτίπι
κι εφέραν αποτέλεσμα στη σκλαβωμένη Κρήτη.


Μια μέρα εκατέβηκε στη Χώρα, στο λιμάνι
και ήτανε κατάκοπος κι ο ύπνος τονε πιάνει.
Εκεί που εκοιμότανε, δυο Τούρκοι του σιμώνουν,
δυο μπαλωθιές του ρίξανε κι εκεί τονε σκοτώνουν.
Εμούγκρισε σαν το θεριό με μάτια αγριεμένα:
-Στον ύπνο με σκοτώνετε θεριά καταραμένα.
Εκατό ένα έσφαξα Τούρκους, το λέω τώρα,
και θέλω να το μάθουνε οι Χριστιανοί στη Χώρα.
Έτσι τελείωσε η ζωή, με μιαν αυτοθυσία,
μα όμως αδικήθηκε από την Ιστορία.
Γιατί έπρεπε στον Κόρακα δίπλα κι αυτός να στέκει,
αρματωμένος με σπαθί και να κρατά τουφέκι.
Μα ‘ναι πολλοί οι πετεινοί που κράζουν δίχως γνώση, 
γι’ αυτό και εις τη χώρα μας αργεί να ξημερώσει.
.
Μακριδάκης Νικόλαος
Μακριδάκης Αντώνιος
Από το Καμαράκι Μαλεβιζίου 
Πηγή κειμένου: patris.gr







ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ - ΑΝΤΩΝΗΣ ΓΕΝΝΑΡΑΚΗΣ
http://sxoliastesxwrissynora.wordpress.com

Πέμπτη, 13 Νοεμβρίου 2014

Οι Κρητικοί μετά την κατάκτηση του νησιού από τους Βενετούς, και για δυο περίπου αιώνες, 1συνεχίζουν να φορούν το βυζαντινό ένδυμα, όπως αυτό μας παρουσιάζεται από εκθέσεις Βενετών Προβλεπτών, κρητικά κείμενα και, κυρίως, από τοιχογραφημένες βυζαντινές και μεταβυζαντινές εκκλησίες.
Το βυζαντινό "στιχάριο" (μακρύ ριχτό ρούχο μέχρι τους αστράγαλους σχεδόν) κυριαρχεί, ενώ οι νεότεροι στην ηλικία φορούν ρούχο πάνω από το γόνατο με ζώνη στη μέση και τη χαρακτηριστική κάλτσα από κάτω. Τα ρούχα της περιόδου αυτής χαρακτηρίζονται από έντονα και ποικίλα χρώματα.
Με την πάροδο του χρόνου οι Κρήτες, ακολουθώντας το νέο ρεύμα ή και κατόπιν διαταγών, ντύνονται σύμφωνα με τη βενετσιάνικη μόδα ανάλογα με την τάξη που ανήκουν και το επάγγελμα που εξασκούν.
Αυτά, βέβαια, όσον αφορά στους εύπορους και τους αξιωματούχους, γιατί οι αγρότες και γενικά οι κάτοικοι της υπαίθρου που έπασχαν οικονομικά από την αφαίμαξη των Βενετών είχαν καταντήσει κουρελήδες και ο καθένας ντυνόταν με ότι έβρισκε ίσα για να καλύψει τη γύμνια του.
Αυτή ήταν η κρητική ενδυμασία μέχρι το μισό περίπου του 16ου αιώνα.
Τότε κάνει την εμφάνισή της η βράκα , που έμελλε να διατηρηθεί μέχρι τις μέρες μας σχεδόν και με κάποιες διαφοροποιήσεις, να αποτελέσει το επίσημο ένδυμα του Κρητικού για τους επόμενους αιώνες.
Από πού όμως ήρθε η βράκα;
Τον 16ο αιώνα, οι Μπαρμπαρέζοι πειρατές που λυμαίνονταν τη Μεσόγειο φορούσαν ένα είδος βράκας που συνοδευόταν από γιλέκο, φέσι με ή χωρίς σαρίκι, φαρδιά ζώνη και χαμηλές μπότες.
Οι Κρήτες ναυτικοί, σαν ιδιώτες ή σαν αγκαρευόμενοι στα βενετσιάνικα πλοία αναγκάζονταν πολλές φορές να φορούν ρούχα όμοια με των πειρατών ώστε αυτοί να τους μπερδεύουν και ωσότου να γίνει αντιληπτό το τέχνασμα οι ναυτικοί να έχουν απομακρυνθεί από τους πειρατές.
Είναι λογικό σε εποχές μεγάλης οικονομικής δυστυχίας για τους φτωχούς χωρικούς της Κρήτης, αυτοί να συνεχίζουν να φοράνε το ναυτικό αυτό ένδυμα και μετά την αποστράτευσή τους από τα καράβια, μην έχοντας άλλα ρούχα και με τη σιωπηρή ανοχή των Βενετών. Έτσι καθιερώθηκε η βράκα σαν επίσημο ένδυμα των Κρητικών.
Το ένδυμα αυτό συνεχίστηκε να φοριέται από όλους τους Κρήτες μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα.
Τότε, με το μεταναστευτικό ρεύμα προς τις Ηνωμένες Πολιτείες (για να πάει κανείς εκεί έπρεπε να αποβάλλει τη βράκα) και τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, οι Κρητικοί άρχισαν σιγά σιγά να αντικαθιστούν τη βράκα με την κυλότα , της οποίας η επίδραση προέρχεται από τους ιππείς των ευρωπαϊκών στρατευμάτων.
Μπαίνει μέσα στα στιβάνια (ψηλή μπότα) και συνδυάζεται με πουκάμισο, γελέκο και μεϊτάνι , πλατιά υφαντή ζώνη και μαύρο μαντήλι στο κεφάλι.
Αυτόν τον τύπο φορεσιάς έβαλε και ο Ελ. Βενιζέλος κατά το κίνημα του Θερίσου το 1905.
Απλοποίηση του τύπου αυτού αποτελεί ο συνδυασμός κυλότα, πουκάμισο, μαύρο μαντήλι και στιβάνια, ενδυμασία που φορέθηκε πολύ την περίοδο της εθνικής αντίστασης και που σώζεται ακόμα σε μερικά, ορεινά κυρίως, χωριά της Κρήτης .
Ακόμα, την περίοδο της Κρητικής Πολιτείας, το Σώμα της Χωροφυλακής καθώς και οι Καβάσηδες, η προσωπική δηλαδή φρουρά του πρίγκιπα Γεωργίου, ήταν ντυμένοι με την παραδοσιακή φορεσιά.
Σήμερα, η κρητική παραδοσιακή φορεσιά λόγω κόστους, αλλά κυρίως λόγω μόδας τείνει να γίνει μουσειακό είδος. Οι μόνοι που τη φορούν ακόμη είναι οι χορευτές των παραδοσιακών συγκροτημάτων στους χορούς και στις παρελάσεις.
Πρέπει στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι μετά το 1913 που έγινε η επίσημη ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα η παραδοσιακή κρητική φορεσιά της κρητικής Χωροφυλακής καθιερώθηκε ως η δεύτερη επίσημη ενδυμασία της ανακτορικής φρουράς. Έτσι, μέχρι σήμερα η μισή προεδρική φρουρά φοράει τη φουστανέλα και η άλλη μισή τη βράκα, το εσωτερικό δε του προεδρικού μεγάρου φρουρούν βρακοφόροι.
Η ανδρική φορεσιά αποτελείται από διάφορα τμήματα, τα οποία φορεμένα μας δίνουν την εικόνα του κρητικού που όλοι γνωρίζουμε. Αυτά ράβονται από ειδικούς τεχνίτες τους επονομαζόμενους «τερζήδες» .
Πρώτα ο Κρητικός φοράει το πουκάμισο . Το λευκό φοριόταν στους γάμους στις χαρές και στα πανηγύρια, ενώ το μαύρο ήταν δείγμα πένθους. Οι Κρήτες, μετά το θάνατο του Ελευθερίου Βενιζέλου το 1936 φόρεσαν μόνιμα μαύρο πουκάμισο σε ένδειξη διαχρονικού πένθους και το βγάζουν μόνο στις χαρές.
Στη συνέχεια, πάνω από το πουκάμισο φοριέται το γελέκι . Είναι αχειρίδωτο (χωρίς μανίκια) και φτιάχνεται από τσόχα καλής ποιότητας χρώματος βαθύ μπλε. Διακρίνεται σε ίσιο ή ανοιχτό που αφήνει να φαίνεται το πουκάμισο και σε σταυρωτό που σταυρώνει με τα δυο πέτα του στο στήθος και κλείνει τελείως εμπρός και κουμπώνει στα πλάγια, με θελιές και κουμπάκια.
Στα πέτα του γίνεται διακόσμηση με πολλαπλές σειρές από μεταξωτά σιρίτια χρώματος μαύρου ή βαθύ μπλε που ονομάζονται χάρτζα.
Κατόπιν ο κρητικός φοράει τη βράκα , που έχει τις ρίζες της στους πειρατές της Μπαρμπαριάς. Φτιάχνεται κι αυτή από τσόχινο ύφασμα χρώματος βαθύ κυανού και κεντιέται με μαύρο γαϊτάνι στις ραφές και στις ποδαρές.
Τη βράκα συμπληρώνουν οι κάλτσες , που παλιότερα αποτελούσαν ξεχωριστό τμήμα της φορεσιάς, ενώ αργότερα άρχισαν να ράβονται πάνω στη βράκα, στα δύο μπατζάκια της.
Στη συνέχεια φοριούνται τα υποδήματα ή στιβάνια , χρώματος άσπρου ή μαύρου ανάλογα με την περίσταση και μετά αρχίζει να τυλίγει τη ζώνη του μοιρασμένη πάνω από τη βράκα και το γελέκι. Η ζώνη, που είναι υφαντή από λεπτό μαλλί ή καθαρό μετάξι, έχει χρώμα μπλε ή κόκκινο, το μήκος της είναι περίπου 8 μ. και το πλάτος της 50εκ. Ταυτόχρονα περνάει σε αυτή και το μαχαίρι με μαύρη λαβή (μαυρομάνικο) ή ανοιχτόχρωμη, που η μορφή της σε σχήμα V είναι μοναδική σε όλο τον κόσμο. Η θήκη του, από ακριβό, συνήθως μέταλλο (ασήμι), είναι διακοσμημένη με πλούσια ανάγλυφα σχέδια.
Στη συνέχεια κρεμιέται από το λαιμό η καδένα , το μοναδικό κόσμημα της φορεσιάς, που στο τελείωμα της συνδέεται το ρολόι το οποίο μπαίνει στο τσεπάκι του γελέκου.
Στο κεφάλι βάζει ο Κρητικός το τσακιστό φέσι που αργότερα αντικαταστάθηκε από μαύρο μαντήλι με πυκνά κρόσσια που μοιάζουν με δάκρυα και συμβολίζουν τη θλίψη των Κρητικών για τους συμπατριώτες τους που ολοκαυτώθηκαν στο Αρκάδι.
Η ένδυση ολοκληρώνεται με το μεϊτάνι που μπαίνει πάνω από το γελέκι. Είναι ρούχο με μανίκια, μεσάτο και τελείως ανοιχτό μπροστά. Είναι φτιαγμένο από ύφασμα ίδια ποιότητας και χρώματος με το γελέκι και τη βράκα και κοσμείται με χάρτζα μαύρου χρώματος σε διάφορα σημεία του.
Τις κρύες μέρες ο Κρητικός φοράει αναρριχτό (όχι από τα μανίκια) το καπότο . Αυτό είναι μια κοντή κάπα με κουκούλα φτιαγμένη από το ίδιο τσόχινο ύφασμα όπως και τα υπόλοιπα ρούχα. Έχει και αυτό πλούσια κεντήματα στους ώμους, τους αγκώνες στην πλάτη και στα δυο πέτα, ενώ εσωτερικά είναι επενδυμένο με κόκκινη τσόχα που και σε αυτή την πλευρά υπάρχουν εντυπωσιακά κεντήματα.
Η Γυναικεία Φορεσιά
Η γυναίκα της Κρήτης συνεχίζει να φορά το βυζαντινό ένδυμα και μετά την κατάληψη του νησιού από τους Βενετούς και μέχρι περίπου την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453.Αυτό αποτελείται από δύο ιμάτια με μανδύα και τυμπάνιον στο κεφάλι.
Οι απλές γυναίκες της υπαίθρου φορούσαν τα ίδια ρούχα, κατώτερης όμως ποιότητας και στη μέση μια ποδιά, το προσέργιον.
Σύνηθες ήταν ακόμα και το σακοφίστανο (ζακέτα και φούστα), που μαζί με την ποδιά, φοριέται ακόμα και σήμερα από τις υπερήλικες γυναίκες στα χωριά μας.
Παραδοσιακή Κρητική φορεσιά
Από το τέλος του 15ου αιώνα το ρεύμα σπρώχνει προς την ιταλική μόδα και η εύπορη χωρική της Κρήτης ακολουθεί τη μόδα της Κρητικής αστής που ντύνεται σύμφωνα με τη μόδα της Βενετίας.
Η είσοδος της ανδρικής βράκας στην Κρήτη, επηρέασε και τη γυναικεία φορεσιά. Οι νέες κοπέλες δανείστηκαν από τους άνδρες το «μεϊτάνι» και το ονόμασαν ζιπόνι το οποίο κέντησαν με χρυσές κλωστές και ονομάστηκε και χρυσοζίπονο.
Αξίζει εδώ να σημειωθεί η καταπληκτική ομοιότητα του ζιπονιού, που αφήνει το στήθος ανοικτό, με το περικόρμιο των γυναικών της Κνωσού.
Το ζιπόνι στην αρχή ήταν κοντό και φορέθηκε πάνω από το φόρεμα. Αργότερα, το 17ο αιώνα, το φόρεμα χωρίστηκε σε επανωκόρμι και φούστα .
Το επανωκόρμι σιγά σιγά αποσύρεται και αντικαθίσταται από κεντημένο πουκάμισο.
Αργότερα η φορεσιά συμπληρώνεται με τη διακοσμητική μπροσποδιά, κατάλοιπο της βυζαντινής εποχής.
Η Φορεσιά που βλέπουμε σήμερα
Σήμερα, σώζονται τρεις χαρακτηριστικές γυναικείες κρητικές φορεσιές, που η καθεμιά πρωτοφορέθηκε σε διαφορετικό σημείο του νησιού, αλλά με την πάροδο του χρόνου εξαπλώθηκαν σε ολόκληρη την Κρήτη.
Παραδοσιακή Κρητική φορεσιά σε μουσείο
Η σφακιανή φορεσιά, η ανωγειανή ή «σάρτζα» και η φορεσιά της Κριτσάς ή «κούδα».
Η σφακιανή είναι η γιορτινή ή νυφική φορεσιά της περιοχής των Σφακίων και φορέθηκε σε ολόκληρη τη δυτική Κρήτη.
Είναι η φορεσιά με τα παλιότερα στοιχεία από όλους τους τύπους ενδυμασιών που παραλάβαμε στις αρχές του 20ου αιώνα.
Αποτελείται από πολύπτυχη φούστα σε χρώμα βυσινί ή καφέ συνήθως.
Στο κάτω μέρος έχει φάσα από δυο φαρδιά χρυσαφένια σιρίτια .
Το πουκάμισο της φορεσιάς είναι λευκό υφαντό, μεταξωτό ή βαμβακερό και στις άκρες των μανικιών μπορεί να έχει πλούσια κεντήματα ή προσραπτόμενη δαντέλα.
Πάνω από το πουκάμισο μπαίνει το μεσάτο ζιπόνι , του οποίου τα μανίκια μπορεί να είναι αποσπώμενα. Το ζιπόνι είναι χρώματος μαύρου, καφέ ή βυσσινί, φτιαγμένο από τσόχα ή βελούδινο ύφασμα καλής ποιότητας. Είναι χρυσοκέντητο και μπροστά έχει άνοιγμα σε σχήμα V και κλείνει στο κάτω μέρος του σε ένα σημείο.
Το μαντήλι μπορεί να έχει χρώμα κόκκινο ή βυσσινί και να δένεται στο κεφάλι ή άσπρο ριχτό.
Στη στολή μπορεί να προστεθεί και υφαντή λευκή ποδιά , διακοσμημένη με πλούσια κεντήματα.
Η σάρτζα ή ανωγειανή φορεσιά πήρε το όνομά της από ένα βασικό κομμάτι της στολής που έχει σχήμα ποδιάς και λέγεται σάρτζα . Φορέθηκε σε ολόκληρη την Κρήτη αλλά ιδιαίτερα στα Ανώγεια από όπου και πήρε το όνομά της.
Η στολή αποτελείται από μια φαρδιά παντελόνα φουφουλωτή στα κάτω άκρα.
Από πάνω μπαίνει μια μακριά πουκαμίσα χρώματος κρεμ , που έχει το ρόλο του φορέματος αφού είναι τόσο μακριά όσο να φαίνεται το κάτω μέρος από τις μπατζάκες του παντελονιού.
Η ποδιά της φορεσιάς είναι η κλασική κρητική ποδιά με τα πλούσια κεντήματα. Η σάρτζα , που έχει κόκκινο χρώμα , είναι μια ποδιά που δένεται πίσω και οι δυο της άκρες πιασμένες μπαίνουν στην αριστερή πλευρά της ζώνης, η οποία είναι και αυτή κόκκινη υφαντή.
Το ζιπόνι φτιάχνεται από τσόχα σε διάφορα χρώματα, με επικρατέστερο το μαύρο, κι είναι πλούσια χρυσοκεντημένο. Αφήνει μπροστά ένα μεγάλο ημικυκλικό άνοιγμα με συνέπεια να μην καλύπτει το στήθος.
Το κεφαλομάντηλο είναι κόκκινο ή βυσσινί με χρυσό ή κίτρινο κρόσσι .
Η Κούδα ή φορεσιά της Κριτσάς πήρε το όνομά της από ένα εξάρτημα σε σχήμα φούστας, χρώματος κόκκινου που ονομάζεται κούδα (στα ιταλικά σημαίνει ουρά ). Από τον τρόπο που φοριέται και πιάνεται στο πίσω μέρος σχηματίζει μια ιδιότυπη διακόσμηση σε σχήμα ουράς.
Η φορεσιά αυτή έχει πολλές ομοιότητες με την Ανωγειανή φορεσιά, αφού και αυτή περιλαμβάνει παντελόνα , και μακριά πουκαμίσα . Η διαφορά είναι ότι η παντελόνα έχει φαρδύ κέντημα στα μπατζάκια ίδιο με αυτό της ποδιάς.
Το ζιπόνι της φορεσιάς έχει ίδιο χρώμα με την κούδα, και είναι πιο μακρύ καλύπτοντας τους γοφούς.
Ιδιαίτερο είναι το κεφαλομάντηλο της φορεσιάς. Είναι λευκό , πολύ μακρύ και έχει ιδιαίτερο δέσιμο .
Ξεχωριστή θέση στη γυναικεία ενδυματολογία κατέχουν τα κοσμήματα της κεφαλής , που η παρουσία τους, εκτός από διακοσμητική, ήταν και φυλακτική.
Όψεις γυναικείας Παραδοσιακής Κρητικής στολής
Τα κοσμήματα του στήθους, του λαιμού, της μέσης μαρτυρούν την οικονομική και κοινωνική θέση της Κρητικιάς.
Ξεχωριστή θέση σε αυτά καταλαμβάνει το σύμβολο-κόσμημα, ο σταυρός .
Η γυναίκα της Κρήτης φοράει βραχιόλια, δαχτυλίδια και νομίσματα , ραμμένα πάνω στη μαντήλι, στο στήθος και στη μέση.
Την γυναικεία φορεσιά συμπληρώνει το αργυρομπουνιαλάκι , το γυναικείο μαχαίρι, που είναι ίδιο με το ανδρικό αλλά μικρότερων διαστάσεων και περνιέται στη ζώνη της Κρητικοπούλας.
{ Κρητικά Μονοπάτια & Λαογραφικό Μουσείο Κρήτης }