Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 10 Ιανουαρίου 2014

Ξημερώνει»: Κυκλοφορεί τo ανέκδοτο και πρώτο ερωτικό δράμα του Νίκου Καζαντζάκη!

«Ξημερώνει»: Κυκλοφορεί τo ανέκδοτο και πρώτο ερωτικό δράμα του Νίκου Καζαντζάκη!
Ημέρα + ώρα δημοσίευσης 10.01.2014 - 16.07
​Στα βιβλιοπωλεία κυκλοφορεί το πρώτο ερωτικό δράμα του Νίκου Καζαντζάκη, ανέκδοτο μέχρι σήμερα, όπως ανακοίνωσαν οι εκδόσεις «Καζαντζάκη».
 
Το «Ξημερώνει» γράφτηκε για το θέατρο το 1906 και υποβλήθηκε το 1907 στον Παντελίδειο Δραματικό Αγώνα του Εθνικού Πανεπιστημίου Αθηνών.
 
Η συγκεκριμένη έκδοση είναι η πρώτη σχολιασμένη απόδοση του ερωτικού θεατρικού έργου του Νίκου Καζαντζάκη, βασισμένη στο χειρόγραφο που υποβλήθηκε στον Παντελίδειο Δραματικό Αγώνα, το οποίο φυλάσσεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος.
 
F53580689CEBD57E098AAFE1296BBE0F.jpg
Το έργο πραγματεύεται το ηθικό δίλημμα και το συναισθηματικό μαρτύριο της πρωταγωνίστριας, Λαλούς, η οποία είναι δέσμια του προσωπικού της πόθου αλλά και του επιβαλλόμενου κοινωνικού καθωσπρεπισμού.
 
Ο Νίκος Καζαντζάκης  εμπνεύστηκε από την εποχή του, ενώ η ιστορία μοιάζει με το μυθιστόρημα του Τολστόι, Άννα Καρένινα.
 
Το βιβλίο κυκλοφορεί με επιστημονική εισαγωγή του καθηγητή Γεράσιμου Ζώρα, ενώ στο Επίμετρο της έκδοσης παρατίθενται τα δύο σωζόμενα χειρόγραφα του δράματος, ένα σύντομο σημείωμα των επιμελητών Νίκου Μαθιουδάκη και Αθανάσιου Καρασίμου, καθώς και πλούσιο πληροφοριακό υλικό.
 

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2013

!ΔΙΨΩ....ΔΙΨΩ...ΔΙΨΩ,,,,Ο ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΟΣ Ν.ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ!



Στις 26 Οκτωβρίου 1957, στις 10 και 20' τη νύχτα, ο Νίκος Καζαντζάκης άφηνε την τελευταία του πνοή στην Πανεπιστημιακή Κλινική του Freiburg της Γερμανίας. Η πιστή συντρόφισσα της ζωής του Ελένη του κλείνει τα μάτια. Τα τελευταία λόγια που άκουσε από τα χείλη του ήταν: «Διψώ! Διψώ». Τόσους ωκεανούς είχε αγναντέψει ο Οδυσσέας μα δεν είχε ξεδιψάσει.

Γράφει η πολυαγαπημένη του σύζυγος Ελένη Καζαντζάκη στον "Ασυμβίβαστο", ένα βιβλίο που έχει χαρακτηρισθεί ως η «βιογραφία του αιώνα».

—Διψώ!... Διψώ!... Διψώ!...
Μόνη στο προσκέφαλο του αγαπημένου μου, φώναζα όλους τους άγιους βοήθεια μου.
—Νίκος μου, Νίκος μου, του έλεγα, τριήμερος είναι, θα περάσει. Κουράγιο, αγάπη μου. Σήμερα το βράδυ ο πυρετός θα πέσει. Αύριο θα φέξει πάλι ο ήλιος, θαυμάσιος!
Τα έλεγα και τα πίστευα.
—Ναι... ναι..., έγνεφε ο Νίκος με το κεφάλι και μου ζητούσε νερό να ξεδιψάσει.
—Θυμηθείτε τον Μπέργκσον, την επιστράτεψη! Επιστρατέψετε τις δυνάμεις σας, σας ικετεύω!
—Ναι... ναι..., έγνεφε ο Νίκος και ζητούσε πάλι να πιει να ξεδιψάσει.
[…]
—Νίκος μου, Νίκος μου, φώναξα, με ακούς, αγάπη μου;
Έμεινε ακίνητος. Η «παιδική καρδιά» του χτυπούσε ακόμα. Η ανάσα του έγινε ακόμα πιο γρήγορη και πιο σύντομη. Πήρα το αριστερό του χέρι, μεταξωτό, ποτέ ιδρωμένο, το απόθεσα στο κεφάλι μου:
—Δώσ' μου την ευχή σου, Καλέ μου. Κάνε ν' ακολουθήσω πάντα το δρόμο, που χάραξες.
Το χέρι έμεινε ώρα πολλή πάνω στο κεφάλι μου. Ζεστό, μεταξωτό, πάντα δροσερό, όπως το αγαπούσα. Έπειτα το απόθεσα απαλά πάνω στα σεντόνια.

Ο Νίκος Καζαντζάκης δεν υπήρχε πια. Θα 'θελα ν' ανοίξω πόρτες και παράθυρα και να φωνάξω:
—Φεγγάρι, άστρα, δέντρα, νύχτα μαύρη, εσείς που τόσο αγάπησε, ο Καζαντζάκης σας δεν υπάρχει πια!

Γύρισα δίπλα του, τον κοίταζα πολλή ώρα. Του έκλεισα τα μάτια. Τα μάτια που ' χαν το χρώμα της ελιάς δε θα 'βλεπαν ποτέ πια τον ήλιο. Η πηχτή νύχτα του θανάτου, έκλεινε τον κύκλο της, τα τριάντα τρία χρόνια φως.

Όρθιος, όπως έζησε, παράδωσε την ψυχή του, σαν το βασιλιά, που αφού γλέντησε στο μεγάλο τραπέζι, σηκώθηκε, άνοιξε την πόρτα, και, χωρίς να στραφεί πίσω, διάβηκε το κατώφλι.

Ελένη Ν. Καζαντζάκη, Ο ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΟΣ, Εκδόσεις Καζαντζάκη

Η ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΜΙΛΑ ΚΡΗΤΙΚΑ!!

Η Αντιγόνη μιλά κρητικά

23 Οκτωβρίου 2013 στις 1:35 μ.μ.

Έρωντα ‘σαι αρματωμένος
Και για μάχη ορδινιασμένος.
Πάντα νικητής λογάσαι
δε δειλιάς και δε φοβάσαι.
Γέροντες μα και μικιούς,
θηλυκούς κι αρσενικούς
σκλάβους σου και δουλευτές σου
τσι ‘χεις βάλει στσι δουλειές σου.
Μπαίνεις, πόρτα δε χτυπάς
εις την κατοικιά τση νιας
και ξωμένεις στο λαιμό τζη
στ’ όμορφο το μάγουλό τζη.
                                       781-- 790
                  
   Μικιός=μικρός,  ξωμένω= διανυκτερεύω.

Φίλοι και συντοπίτες μου, προβάλετε να ιδείτε
Τη στράτα που πορεύγομαι να μεταδιγηθείτε.
Εδά το ύστερο ν-τως φως τ’ αμάθια μου  θωρούνε
και ήλιο δεν θα ξαναϊδούν, στον Άδη με λαλούνε.
Ο ύπνος ο παντοτινός στον Άδη θα με βάλει
να κολυμπήσω αζωντανή  στου Χάρου τ’ ακρογιάλι.
Νύφη δεν εστολίστηκα, δεν ήρθαν οι δικοί μου
να πούνε νυφοτράγουδα, να κάτσουν στην αυλή μου.
Σήμερα στεφανώνομαι, πέστε μου το παινάδι,
το Χάρο κάνω ταίρι μου  και πεθερό τον Άδη.
                                                         806-816
  Εδά=τώρα, λαλούνε=οδηγούν.


   Ο Πολυχρόνης Στιβακτάκης είναι από τα ορεινά Βορίζα του νομού Ηρακλείου (μπορείτε να δείτε τον χάρτη της Κρήτης). Είναι φωτογράφος, ορειβάτης, παίζει μαντολίνο, κάνει και μαντινάδες. Ξέρει να πήζει τυρί, ξέρει να κάνει και ξινόχοντρο. Είναι homo universalis Cretensis.  Η μεταγραφή της Αντιγόνης στο κρητικό ιδίωμα της κεντρικής Κρήτης (έχει τελειωμένο και τον Οιδίποδα Τύραννο) συνεχίζει την ωραία παράδοση του Γιώργη Ψυχουντάκη και του Παύλου Κοτανίδη που μεταγράφουν, αντίστοιχα, Όμηρο στα κρητικά και στα ποντιακά.

Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2013

"Ξέρω τώρα.Δεν ελπίζω τίποτα,δε φοβούμαι τίποτα,
λυτρώθηκα από το νου κι απο την καρδιά,ανέβηκα πιο πάνω,είμαι λεύτερος.Αυτό θέλω.Δε θέλω τίποτα άλλο.
Ζητούσα ελευτερία."
 
~Νίκος Καζαντζάκης, 18 Φεβρουαρίου 1883 - 26 Οκτωβρίου 1957~

Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2013

ΑΝΑΘΕΜΑ ΤΟΝ ΠΟΥ ΞΕΔΙΨΑΣΕ....

ΑΝΑΘΕΜΑ ΤΟΝ... ΠΟΥ ΞΕΔΙΨΑΣΕ... ΤΗ ΖΩΗ

Σοβαρό είναι το πρόσωπο της Κρήτης, πολυβασανισμένο. Μαδάρες γυμνές, τραχιές, αγέλαστες. Κοιτάζεις από το αεροπλάνο την Κρήτη ν' απλώνεται στη θάλασσα και νοιώθεις  πως αληθινά το νησί τούτο είναι γιοφύρι ανάμεσα στις τρεις ηπείρους. Σημαδεμένο κι απ' τις τρεις τούτες Μοίρες. Για πρώτη φορά στην Ευρώπη πήδηξε  και έχτισε φωλιά στην Κρήτη το πεινασμένο αρπαχτικό πουλί  που το λέμε πνεύμα. Άπλωσε τις φτερούγες του στο Κρητικό χώμα και γέννησε τον μυστηριώδη, βουβό ακόμα, όλο ζωή, χάρη, κίνηση και λαμπρότητα Κρητικό πολιτισμό.
Η Κρήτη έχει αληθινά κάτι το πανάρχαιο, το άγιο, το πικραμένο και υπερήφανο που έχουν οι χαροκαμένες μάνες που γέννησαν παλικάρια. ΄Εχει τόσο πολύ πολεμήσει και υποφέρει η γης ετούτη, έχει τόσο πολύ συνηθίσει το θάνατο, που τον ξεφοβήθηκε πια και μπορεί να γελάει και να παίζει μαζi του

 Οι Κρητικοί, αλήθεια, αγαπούν παράφορα τη ζωή και συνάμα ποτέ δεν φοβούνται το θάνατο.
 Ένα βράδυ μπήκα  σε ένα φτωχικό χαμόσπιτο σ' ένα Σφακιανό χωριό. Ο γέρος καπετάνιος με τη μαύρη φέσα του, ο Κυριάκος Σπεριλάκης, κάθονταν πλάι στα τζάκι και κάπνιζε ένα μακρύ τσιμπούκι . Κάθησα δίπλα του. Έφερα την κουβέντα στο θάνατο.  Στράφηκε ο γέρο Σφακιανός και  μου είπε
 -Χαρά στον άνθρωπο παιδί μου, που βάνει δυο φορές τη μέρα στο νού του το «θάνατο»...     


Κι ένας άλλος γέρος εκατοχρονίτης στον κάμπο της Μεσσαράς μου είχε πει μια μέρα ένα μεγάλο λόγο. Τον ρώτησα:
-Πώς σου φάνηκε, παππού, η ζωή αυτή στα εκατό αυτά χρόνια:
-Σαν ένα ποτήρι κρύο νερό, μου αποκρίθηκε,
-Και διψάς ακόμη, παππού;
Στράφηκε και με κοίταξε με τα θολό μικρούτσικα μάτια του, σήκωσε τη χερούκλα του σα να καταριόταν και είπε:
-Ανάθεμα τον που ξεδίψασε!
Οι δυσκολίες και οι τραχύτητες της ζωής δεν λυγίζουν την Κρητική ψυχή.
Αντίθετα την πυρώνουν και την δυναμώνουν. Γέρικη , αβόλευτη, τραχιά είναι η γη της Κρήτης, Κι όταν τα βουνά της κι οι θάλασσες ή οι ψυχές που πλάστηκαν από τέτοιους βρόχους και τέτοια αρμύρα δεν σου επιτρέπουν ούτε στιγμή να βολευτείς, να γλυκαθείς, να πεις: Φτάνει


 Τότε η Κρήτη έχει κάτι το απάνθρωπο, δεν ξέρω πια αν αγαπάει ή αν μισεί τα παιδιά της, ένα μονάχα ξέρω: ότι τα μαστιγώνει ως το αίμα. Υπάρχει και κάτι άλλο στην Κρήτη, υπάρχει κάποια φλόγα -ας την πούμε ψυχή -κάτι πιο πάνω από τη ζωή κι από το θάνατο, που είναι δύσκολο  να το ορίσεις, δηλαδή, να το περιορίσεις. Υπάρχει αυτή η περηφάνεια, το πείσμα, η παλικαριά, η αψηφισιά και μαζί τους κάτι άλλο, ανέκφραστο κι αστάθμητο, που σε κάνει να χαίρεσαι που είσαι άνθρωπος, Να χαίρεσαι, μα και συνάμα να σου δίνει μεγάλη ευθύνη, διότι ενώ νοιώθεις πως έχεις χρέος να κάμεις ότι μπορείς για να σώσεις αυτό το λαό, εκείνος βλέπει την προσπάθεια σου με ειρωνεία και περιφρόνηση. Δεν έχει την ανάγκη κανενός για να σωθεί.  Σώζει δε σώζεται.
΄Ενα μονάχα σου μένει τότε: να δοκιμάσεις να γίνεις άξιος αυτού του λαού, να κερδίσεις τη δύναμη τηςψυχής, που ποτέ δεν καταδέχτηκε ν' απατήσει τον εαυτό του ή τους άλλους και που πάντα τολμάει ν' αντικρίζει, πρόσωπο με πρόσωπο, τη Θεά εκείνη που δεν κάνει χατίρια και δεν κάθεται στα πόδια κανενός, την αγέλαστη κι αδάκρυτη θεά, την ευθύνη.
Νίκος Καζαντζάκης.