Τετάρτη 25 Αυγούστου 2021

25 Αυγούστου 1898.. Η μεγάλη σφαγή του Μεγάλου Κάστρου (Ηρακλείου Κρήτης)

 25  Αυγούστου 1898.. Η μεγάλη  σφαγή του  Μεγάλου Κάστρου (Ηρακλείου Κρήτης) 
Ο Νίκος Καζαντζάκης περιγράφει την μεγάλη σφαγή: 
 …Το Μεγάλο Κάστρο είχε τέσσερις καστρόπορτες. Kάθε ηλιοβασίλεμα οι Τούρκοι τις κλείδωναν και κανένας δεν μπορούσε πια, όλη τη νύχτα, μήτε να μπει μήτε να βγεί οι λιγοστοί χριστιανοί που ήταν μέσα, έπεφταν έτσι στη φάκα· σαν έβγαινε πάλι ο ήλιος, άνοιγαν. Μπορούσαν λοιπόν οι Τούρκοι τη νύχτα, όσο ήταν διπλοκλειδωμένες οι καστρόπορτες, να κάμουν σφαγή γιατί μέσα στην πολιτεία οι Τούρκοι ήταν πιο πολλοί, κι είχαν και το τούρκικο ασκέρι.
Τότε, ύστερα από λίγες μέρες, ήταν που έζησα την πρώτη σφαγή…
Καθόμασταν διπλομανταλωμένοι μέσα στο σπίτι, ο ένας κολλημένος με τον άλλο, η μάνα μου, η αδερφή μου κι εγώ. Γροικούσαμε να περνούν απόξω από την πόρτα μας ξεφρενιασμένοι οι Τούρκοι, να βλαστημούν, να φοβερίζουν, να σπάζουν τις πόρτες και να σφάζουν τους χριστιανούς. Ακούγαμε τις φωνές και το ρόχο των λαβωμένων, τα σκυλιά που γαύγιζαν και μια βουή στον αέρα, σα να γίνουνταν σεισμός. Ο κύρης, πίσω από την πόρτα, με γεμάτο το ντουφέκι, περίμενε, κρατούσε, θυμούμαι, μια μακρουλή πέτρα, “ακόνι” το’λεγε κι ακόνιζε ένα μακρύ μαυρομάνικο μαχαίρι. Περιμέναμε. Μας είχε πει: “Αν σπάσουν την πόρτα οι Τούρκοι και μπούνε μέσα, θα σας σφάξω πρώτα, να μην πέσετε στα χέρια τους”. Κι ήμασταν σύμφωνοι όλοι, η μάνα μου, η αδερφή μου κι εγώ, και περιμέναμε…
Έτσι πέρασε η νύχτα, ξημέρωσε, έπεσε η βουή, ο θάνατος αλάργαρε. Ανοίξαμε με προσοχή την πόρτα, προβάλαμε έξω το κεφάλι, μερικές γειτόνισσες είχαν κρυφανοίξει δειλά το παράθυρο, κι ερευνούσαν το δρόμο…
– Μάνα, ρώτησα, έφυγε η σφαγή;
Η μάνα τρόμαξε.
– Σώπα, μου αποκρίθηκε, σώπα παιδί μου, μη μελετάς τ’όνομά της! Μπορεί να σε ακούσει και να ξαναγυρίσει.
Έγραψα τη λέξη “σφαγή”, και σηκώθηκε η τρίχα μου, γιατί η λέξη αυτή, τότε που ήμουν παιδί, δεν ήταν πέντε γράμματα της αλφαβήτας, κολλημένα το ένα πλάι στο άλλο, ήταν βουή μεγάλη, και πόδια που κλωτσούσαν τις πόρτες, και πρόσωπα φριχτά, που κρατούσαν ανάμεσα στα δόντια τους ένα μαχαίρι, κι ολούθε στη γειτονιά γυναίκες που σκλήριζαν κι άντρες που πίσω από τις πόρτες, γονατιστοί, γέμιζαν το ντουφέκι. Και μερικές άλλες λέξεις, για μας που ζούσαμε παιδιά την εποχή εκείνη στην Κρήτη, στάζουν αίμα πολύ, και δάκρυο, κι απάνω τους είναι σταυρωμένος αλάκερος λαός, οι λέξες: ελευτερία, Αι Μηνάς, Χριστός, επανάσταση…”.
Ν.Καζαντζάκης: "Αναφορά στον Γκρέκο" κεφ. Η Σφαγή..

Άγιος Τίτος - 25η Αυγούστου 1898

Η 25η ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ
Κάθε χρόνο τέτοια μέρα θυμόμαστε μαζί με τον εορτάζοντα Ιερό Ναό του Αγίου Τίτου την ιστορία τούτου του νησιού και τούτης της πόλης. Είναι ο ναός – σύμβολο, όπως και ο τιμώμενος Άγιος, πρώτος επίσκοπος Κρήτης. Έχουν περάσει 123 χρόνια ακριβώς από τότε που ο μεγάλος δρόμος του Κάστρου, η Ρούγα Μαΐστρα, η σημερινή οδός Μαρτύρων 25ης Αυγούστου βαφόταν με αίμα αθώων και ταυτόχρονα άνοιγε η οδός της ελπίδας, αυτή που οδήγησε τελικά στην ελευθερία της Κρήτης.

Ο ναός του Αγίου Τίτου αποτελούσε ήδη από τη Β' Βυζαντινή περίοδο το επίκεντρο της χριστιανικής λατρείας στην Κρήτη. Σπουδαία κειμήλια μεταφέρθηκαν εδώ από τη Γόρτυνα και από τον πρώτο ναό που ήταν αφιερωμένος στον Απόστολο Τίτο όπως η τιμία κάρα του Αποστόλου και η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Μεσοπαντίτισσας.
Η Ενετοκρατία, όμως, δίνει άλλη τροπή στα πράγματα, ο ναός μετατρέπεται σε καθολικό ναό και τα ιερά κειμήλια μεταφέρονται στην Ιταλία. Οι Οθωμανοί στη συνέχεια τον μετατρέπουν σε τζαμί, γνωστό ως Βεζίρ Τζαμί και τον ξαναχτίζουν μετά τον καταστροφικό σεισμό του 1856. Η μουσουλμανική κοινότητα αποφάσισε την ανοικοδόμησή του την εποχή που οι Χριστιανοί είχαν αρχίσει να χτίζουν τον Άγιο Μηνά. Το τέμενος σχεδιάστηκε, μάλιστα, από τον ίδιο αρχιτέκτονα. Χρησιμοποιήθηκε οικοδομικό υλικό από τον παλαιό ναό του Αγίου Τίτου καθώς και από τον μεγαλοπρεπή ναό του Αγίου Φραγκίσκου, που βρισκόταν στη θέση του σημερινού Αρχαιολογικού Μουσείου.
Τελικά το 1925 ο ναός επέστρεψε στη χριστιανική λατρεία ενώ το 1966 αποδόθηκε από τη Βενετία στην εκκλησία της Κρήτης η κάρα του Αποστόλου Τίτου.

Στη φωτογραφία: Η παράδοση της κάρας του Αγίου Τίτου. Τοιχογραφία του αειμνήστου Δημ. Σαριδάκη στο παρεκκλήσιο της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κρήτης.

Τρίτη 24 Αυγούστου 2021

Ο σιορ Τζανάκης ! εμάθετε με ίντα νου κ πονηριά ήκλεψε το Λενάκι;

Ακούσετε  να σας σε πώ για τον σιορ Τζανάκη
Με ιντα νού και πονηριά επήρε το Λενάκι !
Με αλαξές με φορεσές απ' 'κει περνοδιαβαίνει
Με το βιολί στη χέρα ντου και το Λενιώ τρελένει !
Μιά μέρα αποφάσησε χαιρετισμό να πέψει
και δαχτυλίδι ολόχρυσο και ποκομό δεν έχει !
Σε νταμπακέρα ολόχρυση βάζει το δαχτυλίδι
και με χαρές το δούλο ντου κράζει και του το δίνει !
Κουρκούνιξε - κουρκούνιξε την αργυρή τζη πόρτα
και πάει η βάγια ανοίγει ντου
Καλησπερίζει πιο μπροστά κι' υστερα γονατίζει
και λέει τους χαιρετίσματα απ' το σιόρ Τζανάκι
και στέλνει σας τρία φιλιά κι' ενα δαχτυλιδάκι !
Η κόρη  ως τό 'κουσε το προσωπο τζη δρώνει
και τον καλό προξενητή ξυλιές τον ναι φορτώνει!
Και πάει η βάγια  ανοίγει ντου του ξένου καί πορίζει
Με τόση παραπόνεση στ' αφέντη ντου γυριζει !
Καλώς τον ναι τον δούλο μου μά  άργισε λιγάκι
Καλώς να σέ βρω αφέντη μου μα ' ρχομαι με φαρμάκι
δεν το πιστεύω μά το Θιό να πάρεις το Λενάκι !
Εκτός  ν' αλλάξεις φορεσά κι' αλλάξει η φορεσιά σου
και βάλλεις γυναικιστηκα και πεις πως είναι θειά σου!
Κι' εκείνη έχει αδερφή κι ειναι μακρά στα ξένα
Κι ειναι και χρόνια δεκοχτώ πουνε αποθαμένη!
Ο λόγοςδεν τον εφθαξε ο λογος δεν τον φτάνει
και μπαίνει και στολίζετε μ' ενα καλό φουστάνι!
Χρυσούς φελούς στα πόδια ντου και σαν νεράιδα πάει
Σκλάβε μου αδέ πιαστώ δα σε ελευτερώσω
ετούτη την αργατινή χάρισμα δά σου δώσω !
Κουρκούνιξε - Κουρκούνιξε την αργυρή τζη πορτα !
Ο Θιός να σέ βρει κερά θειά μιά παρασκή ημέρα
τση μάνας μου σ' εγροίκουμε μα γω ποτέδε σε δα !
Κοντά - κοντά δα να ρθω γώ να σε καλορωτήξω
πο πούνε η εδικότης μας να σε καλογνωρίσω !
Τριώ χρονων με  άφησε το ξενο στην αγκάλη
δεν την θυμούμαι μά το Θιό την μανα μου ψιχάλι!
Και πως η αξαδέρφη μου δεν είναι παντρεμένη
σαν να ναι  παραριξιμιά και καταφρονεμένη ?
Επέψανε μου προξενιά απ' το σιόρ Τζανάκη
μα δεν ναι θελημάτησα γιατι ναι κοπελάκι !
Θαμάζωμεσε κερά θειά τοπο που το ναι διώχνεις
σε τόπους και σε άρχοντες ήθελα τη ναι δώσεις !
Απου χει μας στο τοπο μας τσι μέλισσες χιλιάδες
κι' είναι και τα περβόλια μας σαφή με πρασινάδες!
Εδε πως μου  τα μίλησες που νά χεις την ευκή μου
που να σε δω νοικοκερά ως θέλει η όρεξη μου !
Έ πάρετη Λενακη μου και βγήτε στον οντά σου
σαν αδερφή σου θέσετε και βάλετη κοντά σου !
Μας ωστέ να μπεί κι' ωστε να βγεί ητονε αυτος  γδυμένος
κι' απο κορφής το πάπλωμα ήτονε σκεπασμένος!
Ως σήκωσε το πάπλωμα κι' είδε τη στόρια ντου
τοτες ανεφιλίσανε τα φύλλα τσή καρδάς ντου !
Να σε ρωτήξω αξαδέρφη μου πούρι δεν είσαι ξένη
τίνος ίστορια είν'  τούτη ναι πούνε παέ βαρμένη !
Πως να στο πω αξαδέρφη μου πώς να στο ξεθαρέψω
να μην το μάθει η γειτονιά και νά το περισέψω !
Τον σιορ Τζανάκη αγαπώ και χω τη μεσήτσα ντου 
μ' ολόχρυσο ζωνάρι !
Να μου τα ξώσει ο Θεός ταιρι να το ναι κάμεις !
Μη μου τα ξώσει ο Θεός καλιά σφαγή ας με κόψει
Με του Θεού τον  ορισμό η μανα μου ας με δώσει !
Τη νύχτα τα μεσάνυχτα στου υπνου τα κανάκια εφήλιε ντη
και ετζήμπαντη ησκηφτε κι' λεγε τζη 
Έ σώπα δα Λενάκη μου και μη σου βαροφάνει
και χριστιανός ειμαι και γω και βάνωμε στεφάνι !
Πρωί - πρωί σηκωνεται βανει τη φορεσά ντου
και σα καλή νοικοκερά και χαιρετά τη θειά ντου !
Να σε ρωτήξω κερά θειά  πούρι δε είσαι ξένη
και γιά την αξαδέρφη μου τση πόσους χρόνους μπαίνει ?
Τση δεκοχτώ επατησε την σήμερο ημέρα
γοργό ναι η θυγατέρα μου τση παντρειγιάς κοπέλα !
Είδες εδά Λενάκη μου με τη κατεχωσά μου
πως βγήκα και κατάστεσα ως έπρεπε τη θειά μου !
Καρνάδα στρώσανε τη γή  και πέξανε καμπάνες
Οντε τση στεφανώνανε δώδεκα δεσποτάδες ! ! !

Το αντεγραψα από σχόλιο του Λευτέρη Σαμπαθιανάκη