Σάββατο, 15 Φεβρουαρίου 2014

Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΧΑΝΔΑΚΑ & ΟΙ ΚΡΗΤΕΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΣΤΗ ΖΑΚΥΝΘΟ


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΧΑΝΔΑΚΑ
&
ΟΙ ΚΡΗΤΕΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΣΤΗ ΖΑΚΥΝΘΟ

* Tης Μαρίας Νεονάκη

Στα μέσα του 17ου αιώνα η Κρήτη, μετά από περίπου 450 χρόνια κατά τα οποία έζησε ως κτήση της Βενετίας, βρέθηκε στη δίνη μιας ιδιαίτερα σκληρής πολεμικής διεκδίκησης.
Η οθωμανική αυτοκρατορία κήρυξε τον πόλεμο στη Βενετία, επιδιώκοντας την κατάκτηση της μεγαλονήσου.
Ο πόλεμος αυτός, που ήταν ο 5ος κατά σειρά Ενετοτουρκικός πόλεμος, άρχισε το 1645 και τελείωσε το 1669.
Επικράτησε να ονομάζεται Κρητικός πόλεμος, η χρονική διάρκειά του ήταν αρκετά μεγάλη ακόμα και για τα μέτρα της εποχής εκείνης.
Η ιδιομορφία που σημειώνεται κατά το χρονικό αυτό διάστημα είναι ότι τα τρία πρώτα χρόνια αναλώθηκαν για την κατάκτηση ολόκληρης της Μεγαλονήσου, ενώ τα υπόλοιπα 22 χρόνια (1647-1669) για την πολιορκία του Χάνδακα, (του σημερινού Ηρακλείου) πρωτεύουσας του νησιού.
Ο Χάνδακας τελικά, παραδόθηκε στους Τούρκους το Σεπτέμβριο του 1669.
Η πτώση της Κρήτης και η κατάληψη του Χάνδακα από τους Τούρκους, ήταν για την εποχή εκείνη ένα αναμφισβήτητα σημαντικότατο γεγονός, με διεθνείς προεκτάσεις.
Σήμαινε εκτός των άλλων, ότι η ισορροπίες δυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο, που είχαν παγιωθεί και ίσχυαν για αρκετές εκατονταετίες, τώρα άλλαζαν.
Οι Οθωμανοί κυριαρχούν πλέον στην Ανατολική Μεσογειακή λεκάνη. Η Κρήτη, μετά από τα βίαια και με δραματική κατάληξη γεγονότα του 17ου αιώνα, θα υποχρεωθεί, ως κατακτηθείσα περιοχή, να αλλάξει κατεύθυνση σε όλα τα επίπεδα του καθημερινού βίου της.
Αλλά ποιο ήταν το κυρίαρχο στοιχείο που έκανε τον Κρητικό πόλεμο να είναι ένα τόσο σημαντικό ιστορικό συμβάν και ιδιαίτερα η πολιορκία του Χάνδακα να λάβει επικές διαστάσεις ;
Στη περίπτωση του Κρητικού πολέμου και της πολιορκίας του Χάνδακα, αυτό που κυριαρχεί και καθορίζει την ιδιαιτερότητά του, είναι η εμπλοκή πολλών χριστιανικών κρατών από πλευράς των δυνάμεων της Δύσης, καθώς και πολλών οθωμανικών επαρχιών υποτελών στο Σουλτάνο , από πλευράς των δυνάμεων της Ανατολής.
Ουσιαστικά, ο 5ος Ενετοτουρκικός πόλεμος με αποκορύφωση τα τρία τελευταία χρόνια της πολιορκίας του Χάνδακα, προσέλαβε διαστάσεις παγκοσμίου πολέμου. Έτσι, η αναμέτρηση Δύσης και Ανατολής στην Κρήτη, μπορεί να θεωρηθεί το καθοριστικό στοιχείο ενός ιστορικού γεγονότος με τεράστια σημασία, απήχηση και πολυποίκιλες προεκτάσεις.
Με τη μακροχρόνια πολιορκία της πόλης του Χάνδακα, έχουν ασχοληθεί κορυφαίες μορφές του πνεύματος, όπως ο Φρανσουά Μαρί Αρουέ.
Ο Αρουέ δεν ήταν άλλος από τον κορυφαίο Γάλλο φιλόσοφο, συγγραφέα αλλά και ιστορικό Βολταίρο.
Ο Βολταίρος στη παγκόσμια ιστορία των κρατών μέχρι και το τέλος του 17ου αιώνα, συμπεριέλαβε κεφάλαιο με την ιστορία της κατάκτησης της Κρήτης - τότε γνωστής ως Κάνδιας - και την πολιορκία του Χάνδακα από τους Τούρκους, την οποία παρομοιάζει με αυτήν της Τροίας.

Στα γεγονότα της τελικής φάσης, όταν η πίεση των Τούρκων ήταν εξαιρετικά μεγάλη, εντοπίζει τρία πρόσωπα ως πρωταγωνιστές των εξελίξεων:

Τον αρχιστράτηγο των υπερασπιστών Φραντζέσκο Μοροζίνι
Τον αρχιστράτηγο των τούρκων βεζίρη Αχμέτ Κιουπρολί και
Τον Έλληνα Παναγιώτη Νικούσιο, το μεγάλο δραγουμάνο της υψηλής πύλης

Μέχρι το 1666 οι Τούρκοι αδυνατούσαν να καταλάβουν το Χάνδακα, παρά τις μεγάλες δυνάμεις που χρησιμοποιούσαν και τα σύγχρονα, για την εποχή μέσα που διέθεταν.
Τα τείχη της πόλης - τα οποία διατηρούνται και στις μέρες μας ακόμα -, άντεχαν και σταδιακά στον πόλεμο έμπαιναν και δυνάμεις από τα άλλα χριστιανικά κράτη της Ευρώπης, στο πλευρό φυσικά των πολιορκούμενων.
Όμως, από τη μια η προδοσία του Ενετού μηχανικού Ανδρέα Μπαρότσι, που παρέδωσε στους Τούρκους τα σχέδια των τειχών και του φρουρίου του Χάνδακα και από την άλλη η εγκατάλειψη του αγώνα από του Γάλλους, ανάγκασε τον αρχιστράτηγο των Βενετών Μοροζίνι, να ζητήσει από τους Τούρκους συνθηκολόγηση.
Με την υπογραφή της συνθήκης η Κρήτη ήταν πλέον Τουρκική.
Ο Κρητικός πόλεμος που διήρκησε σχεδόν 25 χρόνια και η 22άχρονη πολιορκία του Χάνδακα είχαν πάρει ένα δραματικό τέλος.
Η πτώση του Χάνδακα υπήρξε ένα οδυνηρό γεγονός για τους κατοίκους του νησιού, πολλοί από τους οποίους επέλεξαν τη φυγή παρά την υποταγή στον οθωμανικό ζυγό.
Οι Κρητικοί πρόσφυγες ζήτησαν άσυλο τόσο σε άλλες Βενετοκρατούμενες Ελληνικές περιοχές όσο και στην ίδια τη Βενετία.
Τα νησιά του Ιονίου συνδέθηκαν άμεσα με την Κρητική τραγωδία, καθώς δέχτηκαν το μεγαλύτερο μέρος των προσφύγων.
Τα Επτάνησα λειτούργησαν για τους Κρήτες, τόσο ως προσωρινός σταθμός, προκειμένου να μεταβούν αργότερα στη Βενετία, όσο και ως νέα πατρίδα, ως ο τόπος δηλαδή της μόνιμης εγκατάστασής τους.
Ο διττός αυτός ρόλος προσδιορίζεται ασφαλώς από τη γεωγραφική θέση των νησιών, ανάμεσα στην Κρήτη και την Ιταλική χερσόνησο.
Το 1669 πραγματοποιήθηκε η μαζική και άρτια οργανωμένη, από τις Βενετικές αρχές, έξοδος των Κρητικών από την πόλη του Χάνδακα.
Απέναντι στο αδιέξοδο που έφερε η τραγική κατάληξη του πολέμου, το συμβούλιο των ευγενών και του λαού του Χάνδακα στις 21 Αυγούστου 1669 - λίγες μέρες πριν την υπογραφή της συνθήκης παράδοσης του νησιού-, έλαβε την κρίσιμη απόφαση του συλλογικού εκπατρισμού.
Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στον Μοροζίνι, ο οποίος την ενέκρινε και συνέταξε δική του πλέον απόφαση στην οποία επαινούσε τους υπερασπιστές του «Μεγάλου κάστρου» για την πίστη και την αφοσίωσή τους στη Βενετία.
Ανέφερε επίσης, ότι ως εκπρόσωπος της Βενετικής εξουσίας θα αναλάμβανε προσωπικά την ευθύνη για την προστασία του συνόλου των κατοίκων του νησιού.
Στην ίδια απόφαση ο Μοροζίνι αναφερόταν στα μέτρα που επρόκειτο να λάβουν οι Βενετικές αρχές αναφορικά με τους πρόσφυγες.

Κάποια από αυτά τα μέτρα ήταν:

Χορήγηση χρημάτων και δωρεών
Δωρεάν επιβίβαση στα πλοία όσων θα έφευγαν και εγγύηση προστασίας των αντικειμένων της κινητής τους περιουσίας.
Έγγραφο προς το γενικό προβλεπτή των τριών νησιών (Κέρκυρας, Κεφαλονιάς & Ζακύνθου), προκειμένου να επιληφθεί του θέματος των καταλυμάτων των προσφύγων
Έγγραφο προς τη γερουσία προκειμένου νε επιληφθεί της αποκατάστασης των προσφύγων και της δυνατότητας να καταλάβουν αξιώματα και δημόσιες θέσεις όμοια με τους ντόπιους.
Η πλειονότητα των προσφύγων κατευθύνθηκε προς Ζάκυνθο & Κέρκυρα.
Η κοινωνική προέλευση των προσφύγων αποτελεί σημαντική παράμετρο για την αποκατάστασή τους στη Ζάκυνθο, τη νέα τους πατρίδα.
Το μεγαλύτερο μέρος τους, προερχόταν από τον αστικό πληθυσμό της Κρήτης, γεγονός που αιτιολογεί την εγκατάστασή τους στην αστική ζώνη του νησιού μας, παρά στην ύπαιθρο.
Ισχυρή ήταν η παρουσία των προσφυγικών οικογενειών που ανήκαν στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα της Κρητικής κοινωνίας, όσων δηλαδή έφεραν τον τίτλο της Ενετικής & Κρητικής ευγένειας.
Οι πρόσφυγες διατήρησαν τους τίτλους ευγενείας και διεκδίκησαν τη συμμετοχή τους στα δημόσια αξιώματα και στα τοπικά συμβούλια των κοινοτήτων, προνόμια που είχαν εξασφαλίσει βάση του Δουκικού διατάγματος τον Οκτώβρη του 1669.
Πολλοί από τους ξεριζωμένους που ήρθαν στη Ζάκυνθο, υπήρξαν στην Κρήτη μέλη δραστήριων συντεχνιών οι οποίες ήταν εγκεκριμένες από το Βενετικό κράτος.
Από τα πρώτα χρόνια της εγκατάστασής τους στο νησί μας, επεδίωξαν την αναδιοργάνωση των συντεχνιών τους.
Οι λόγοι που τους ώθησαν σε αυτή την ανασυγκρότηση ήταν:

Η προάσπιση των επαγγελματικών τους συμφερόντων
Η ανάγκη εξασφάλισης ενός λατρευτικού κέντρου
Η επιθυμία τους να διατηρήσουν τους θεσμούς και τα έθιμά τους, και τέλος
Η επιτακτική ανάγκη απόθεσης των αγίων λειψάνων, εικόνων και ιερών σκευών, που έφεραν μαζί τους και τους συνέδεαν με την πατρίδα.

Για παράδειγμα, η συντεχνία των ραπτών που είχαν προστάτη τους τον αρχάγγελο Γαβριήλ, μετέφεραν από την ομώνυμη εκκλησία τους στη Ζάκυνθο το σύνολο των ιερών σκευών και εικόνων.
Η συντεχνία των μπουτιέρων (βαρελοποιών), που είχαν προστάτη τους τον Άγιο Μηνά, έφεραν μαζί τους αρκετά από τα ιερά αντικείμενα της εκκλησίας τους, τα οποία και αφιέρωσαν στο ναό των Αγίων Σαράντα.
Μεταξύ των εικόνων συγκαταλέγεται και η εικόνα της Παναγίας της Οδηγήτριας, έργο 15ου ή 16ου αιώνα, σε ξυλόγλυπτο και χρυσωμένο θρόνο.
Η συντεχνία των υποδηματοποιών, που είχαν προστάτη τους τον Άγιο Νικόλαο, μετέφεραν τα ιερά σκεύη, τα άμφια και τις εικόνες της εκκλησίας τους.
Αρχικά τα κατέθεσαν στη Ι.Μονή του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, ενώ αργότερα τα μετέφεραν στη Ι.Μ της Αγίας Αικατερίνης στους Κήπους, μετόχι του Σινά, που είχε κτιστεί από τον Κρητικό πρόσφυγα Γρηγόρη Σαβόγια.
Πέρα από την αναδιοργάνωση των Κρητικών συντεχνιών, ανασυγκροτήθηκε από τους πρόσφυγες Κρητικούς και η αδελφότητα της Παναγίας της Ελεούσας της Επισκοπιανής.
Ανάμεσα στους θρησκευτικούς θησουρούς που μετέφεραν ήταν η εικόνα της κυρίας της Ελεούσας της Επισκοπιανής που παρίστανε την Παναγία δεξιοκρατούσα νεύοντας προς το θείο βρέφος.
Αρχικά αυτά τα ιερά κειμήλια της αδελφότητας φυλάχθηκαν στην εκκλησία των Αγίων Σαράντα.
Αργότερα, με εράνους και ταυτόχρονη συνδρομή αρκετών ντόπιων, όπως τη δωρεά οικοπέδου από το Μιχαλάκη Ρουσιάνο, κατόρθωσαν οι Κρητικοί να ανεγείρουν την εκκλησία της Παναγίας της Επισκοπιανής στο νότιο άκρο της πόλης.
Εκεί μετέφεραν τα ιερά κειμήλια της αδελφότητας, καθώς επίσης φύλαξαν εικόνες άλλων συντεχνιών όπως την εικόνα του προστάτη των ραφτάδων, Αρχιστράτηγο Μιχαήλ και την εικόνα της Παναγίας της Πανυμνήτου.
Σήμερα η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Κεραλεούσας της Επισκοπιανής φυλάσσεται στο μεταβυζαντινό μουσείο του νησιού μας.
Ανάμεσα σε αυτούς που προτίμησαν το ξεριζωμό από τη γενέτειρα γη, παρά την υποδούλωση στον αλλόθρησκο κατακτητή, συγκαταλέγονταν και πολλοί ιερωμένοι του ορθόδοξου ή καθολικού δόγματος.
Οι κληρικοί πρόσφυγες αποδείχτηκαν εξαιρετικά δραστήριοι, τους εκχωρήθηκαν καθήκοντα εφημέριων σε ενορίες καθώς και άλλα εκκλησιαστικά αξιώματα, όπως αυτό του πρωτοπαπά.
Άξιος ιδιαίτερης αναφοράς είναι ο ιερέας Αντώνιος Αρμάκης, εφημέριος πριν το ξεριζωμό, στην εκκλησία του Αγίου Ιωάννη του θεολόγου στο Ηράκλειο, όπου εκτός από τις εικόνες και τα ιερά σκεύη του ναού, μετέφερε στο νησί μας και το ιερό λείψανο του Οσίου Ιωσήφ του Σαμάκου.
Το ιερό λείψανο κατέθεσε στη Ι. Μονή καλογραιών του Αγίου Ιωάννη στα Ξεροβούνια Γαϊτανίου, ενώ το 1915 μεταφέρθηκε στον Κεντρικό ενοριακό ναό του Παντοκράτορα Γαϊτανίου, όπου παραμένει μέχρι τις μέρες μας.
Κληρικοί όπως, οι Σωφρόνιος Σκορδίλης, Νικηφόρος Σκωτάκης, Αλοίσιος-Αμβρόσιος Γραδενίγος, Μακάριος Καλογεράς, Αντώνιος Κουρτεζάς, Κλήμης Κανάκης, Φιλάρετος Λαμπούδης, έβαλαν ανεξίτηλα τη σφραγίδα τους στην μεταλαμπάδευση των χαρακτηριστικότερων στοιχείων του πολιτισμού τους.
Ανάμεσα σε αυτά συγκαταλεγόταν η αγιογραφική τέχνη, η Κρητική μουσική και η ψαλτική, που είχαν έντονες επιρροές από τη Δύση.
Κατά της διάρκεια του πολέμου και ιδιαίτερα μετά το τέλος του πολλοί Κρητικοί ζωγράφοι-αγιογράφοι κατέφυγαν στο νησί μας.
Εδώ έθεσαν τη σφραγίδα τους στην εγχώρια καλλιτεχνική παραγωγή, καθώς δίδαξαν την τέχνη τους, τόσο σε παιδιά προσφύγων συμπατριωτών τους, όσο και ντόπιων, στρέφοντάς τα κυρίως στη δημιουργία φορητών εικόνων, παρά στην τοιχογραφία, στην οποία επιδίδονταν κυρίως οι ντόπιοι καλλιτέχνες.
Το πάντρεμα της Κρητικής με τη δυτική τέχνη ενέπνευσε και επηρέασε του ντόπιους Επτανήσιους καλλιτέχνες, όπως τον Κ. Κονταρίνη, τον Ν. Καλλέργη και τον Κ. Κόνταρη.
Ευνόησε τη δημιουργία της Επτανησιακής σχολής, που κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες και τον καινοτόμο χαρακτήρα τους, διέκοψε κάθε δεσμό με τη Βυζαντινή παράδοση σηματοδοτώντας τις απαρχές της νεοελληνικής τέχνης.
Οι κυριότεροι αγιογράφοι που ήρθαν στη Ζάκυνθο ήταν:

Ο Ρεθυμνιώτης Λέος Μόσχος, που δίπλα του μαθήτευσε ο ιδρυτής της Επτανησιακής σχολής και προσωπογράφος Παναγιώτης Δοξαράς.
Ο Ρεθυμνιώτης Γεώργιος Σκορδίλης
Ο Παρθένιος Μελισσηνός
Ο Φιλόθεος Σκούφος, που έκανε την αγιογράφηση της εκκλησίας της Παναγίας της Λαουρένταινας και δίδαξε την αγιογραφική τέχνη.
Ο Μιχαήλ Αγαπητός
Ο Εμμανουήλ Βενιέρης, και
Ο Γεώργιος Βιδάλης, που μια από τις εικόνες του αυτή της Παναγίας της Θεοτόκου, βρίσκεται σήμερα τοποθετημένη στο τέμπλο του ναού της Αγίας Μαρίνας στο χωριό Φαγιά.
Κλείνοντας την αναφορά στους Κρητικούς ζωγράφους-αγιογράφους, θα ήθελα να αναφερθώ σε ένα ακόμη επίλεκτο τέκνο της Κρήτης - από τις γωνιές πεδιάδος του Χάνδακα - τον ξυλογλύπτη Μάνιο ή Μανέα Μαγκανάρη.
Αυτός, βρισκόταν ήδη στη Ζάκυνθο το έτος 1659, όπου υπέγραψε συμφωνητικό για την κατασκευή του τέμπλου της εκκλησίας της Φανερωμένης.
Το απαράμιλλης ομορφιάς έργο του, όπως χαρακτηρίστηκε από τον ιστοριογράφο Λεωνίδα Ζώη, καταστράφηκε τον Αύγουστο του 1953 - μαζί με τόσα άλλα καλλιτεχνικά και ιστορικά κειμήλια -, από τον καταστρεπτικό σεισμό και την πυρκαγιά που ακολούθησε.
Μαζί με τον Μανέα αναφέρεται και ένας άλλος Κρητικός ξυλογλύπτης και ιερέας ο Βενιαμίν Μαρκέκος.
Το Κρητικό θέατρο μετά την άλωση του «Μεγάλου κάστρου», αδυνατώντας πια να συντηρηθεί στο χώρο που γνώρισε μια τόσο πλούσια καρποφορία, μεταφυτεύθηκε στα Επτάνησα μέσω των Κρητών προσφύγων, βρίσκοντας έτσι πρόσφορο έδαφος για τη γόνιμη αναβλάστησή του.
Γνωστή είναι η παρουσία έντεκα (11) χειρογράφων του Κρητικού θεάτρου, οκτώ (8) εκ των οποίων βρέθηκαν στα Επτάνησα.
Στη Ζάκυνθο βρέθηκαν τα χειρόγραφα της «Θυσίας του Αβραάμ», της «Ερωφίλης» και του «Στάθη».
Από την πρώτη στιγμή το Κρητικό θέατρο γνώρισε μεγάλη απήχηση στη Ζάκυνθο, καθώς η ύπαρξη της ντόπιας σάτιρας ευνόησε τη μεταφύτευση και επιβίωση της Κρητικής κωμωδίας.
Χαρακτηριστικό δείγμα αποτελούν οι δύο κωμωδίες του Ζακυνθινού Σαβόγια Ρούσμελη «κωμωδία των ψευτογιατρών» & «ίντερμέδιο της κυράς Λίας», γραμμένα στα μέσα του 18ου αιώνα, μέσα από τα οποία το Κρητικό δίδαγμα παρουσιάζεται αφομοιωμένο.
Από τις αρχές του 18ου αιώνα είχαν διασκευαστεί στο τοπικό γλωσσικό ιδίωμα της Ζακύνθου τρία από τα σπουδαιότερα έργα του Κρητικού θεάτρου, « Η θυσία του Αβραάμ», «Ο Ερωτόκριτος» & «Η Ερωφίλη».
Παράλληλα, οι πρώτες εκδόσεις της «Θυσίας» και της «Ερωφίλης», πραγματοποιήθηκαν από χειρόγραφα που μετέφεραν στο νησί οι Κρητικοί πρόσφυγες.
Αλλά και οι πρόγονοι του εθνικού μας ποιητή Δ. Σολωμού, εγκατέλειψαν την Κρήτη και εγκαταστάθηκαν στη Ζάκυνθο κατά την περίοδο του Κρητικού πολέμου.
Ο Σολωμός είχε πλήρη επίγνωση της Κρητικής καταγωγής του, λυπόταν για την υποδούλωση της ένδοξης πατρίδας του και διατήρησε σε όλη του τη ζωή την αγάπη και το ενδιαφέρον του για την μεγαλόνησο.
Αναφέρθηκε στο περίφημο Κρητικό ποίημα «Βοσκοπούλα» και μιμήθηκε το μέτρο του «Ερωτόκριτου» στο ποίημά του «ο Κρητικός», όπου χρησιμοποιεί αρκετές λέξεις από την Κρητική ντοπιολαλιά.
Για την Κρήτη μιλάει και σε άλλα έργα του, ενώ στους «ελεύθερους πολιορκημένους» μιμείται τα δίστιχα του «Ερωτόκριτου».
Κλείνοντας, θα ήθελα να τονίσω τη μεγάλη, πολυποίκιλη και γονιμότατη επιρροή των Κρητών προσφύγων στην Επτανησιακή κουλτούρα.
Οι Κρητικοί μπόλιασαν καλότυχα τους Επτανήσιους με ό,τι όμορφο και πρωτοποριακό της εποχής εκείνης.
Η εγκατάστασή τους προκάλεσε θετική αναδιάταξη στις δομές της κοινωνικής ζωής, διαμορφώνοντας ως ένα σημαντικό βαθμό το χάρτη της Ζακύνθου, γονιμοποιώντας επιπλέον τις μελλοντικές πολιτικές διεργασίες και ενδυναμώνοντας την οικονομική ζωή του νησιού.
Σήμερα, ο νεοσυσταθείς σύλλογος Κρητών Ζακύνθου
με την επωνυμία «Η Μεγαλόνησος» και ο πολιτιστικός σύλλογος Σκουλικάδου «Ο Ερωτόκριτος» προβαίνουν σε πράξη αδελφοποίησης, εγκαινιάζοντας έτσι μια νέα εποχή.
Οι σύγχρονοι Κρήτες στη Ζάκυνθο, τους οποίους εκπροσωπώ ως πρόεδρος του πολιτιστικού μας συλλόγου, επιθυμούμε να συνεχίσουμε την παράδοση και να ενδυναμώσουμε τους άρρηκτους δεσμούς ανάμεσα στη λατρεμένης γενέτειράς μας, με τη νέα μας πλέον πατρίδα, τη τόσο στοργική και πάντα φιλόξενη Ζάκυνθο.

• Η κ. Μαρία Νεονάκη
είναι καθηγήτρια κοινωνιολόγος
& πρόεδρος του συλλόγου
Κρητών Ζακύνθου « Η μεγαλόνησος ».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου