Πέμπτη 17 Απριλίου 2014

ΠΟΝΟΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ - ΝΙΚΟΣ ΞΥΛΟΥΡΗΣ

 
Πού να σε κρύψω γιόκα μου να μη σε φτάνουν οι κακοί σε ποιο νησί του ωκεανού σε πια κορφή ερημική. Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ' άδικο φωνάξεις ξέρω πως θα χεις την καρδιά τόσο καλή τόσο γλυκή που μες τα βρόχια της οργής ταχειά, ταχειά θε να σπαράξεις. Συ θα'χεις μάτια γαλανά θα 'χεις κορμάκι τρυφερό θα σε φυλάω από ματιά κακή και από κακό καιρό Από το πρώτο ξάφνιασμα της 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
ξυπνημένης νιότης δεν είσαι συ για μάχητες δεν είσαι συ για το σταυρό εσύ νοικοκερόπουλο όχι σκλάβος, όχι σκλάβος ή προδότης
 

Δευτέρα 14 Απριλίου 2014

ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ ΠΑΠΟΥΤΣΑΚΗ - 

 

ΤΟ ΣΠΙΤΙΚΟ ΚΑΠΡΙΚΟ


ΥΛΙΚΑ
3 κιλά χοιρινό κρέας (μπούτι ή σπάλα) κομμένο σε πολύ χοντρές φέτες
Αλάτι χοντρό , ξύδι
Κληματόβεργες


ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Αλατίζουμε το κρέας από την προηγούμενη μέρα (αν θέλουμε βάζουμε και ξύδι).
Παίρνουμε ένα ταψί όπου μέσα βάζουμε τις κληματόβεργες και 2 ποτήρια νερό.  Πάνω στις κληματόβεργες βάζουμε το κρέας. ( Το κρέας δεν πρέπει να ακουμπά στα υγρά του).
Στη συνέχεια βάζουμε το ταψί σε προθερμασμένο φούρνο (200 βαθμούς ) να βράσει για 20 -30 λεπτά. Μετά χαμηλώνουμε το φούρνο στους 120 βαθμούς και ……ξεχνάμε ότι μαγειρεύουμε για 6 έως 8 ώρες.




ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ

Βγάζουμε το ψημένο κρέας και το βάζουμε σε άλλο καθαρό ταψί και σκορπάμε ανάμεσά στα κομμάτια λεμονόφυλλα.  Σκεπάζουμε με καθαρή πετσέτα για μια ώρα περίπου .Το σερβίρουμε κρύο. 

ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ

 

Μνήμες από το χωριό μου
      Η περίοδος του Πάσχα, όσον αφορά τα έθιμα, αρχίζει από το Σάββατο του Λαζάρου και τελειώνει την Παρασκευή της Διακαινησίμου. Η εβδομάδα αυτή μετά το Πάσχα ονομαζόταν από τους παλιούς «βδομάδα τω σκολώ», δηλ. Δευτέρα τω σκολώ(ν), Τρίτη τω σκολώ, όπου σκόλη ίσον γιορτή, αργία.
      Το Σάββατο λοιπόν του Λαζάρου, ομάδες παιδιών ξεκινούσαν από το       πρωί κρατώντας εικονίσματα λουλουδοστολισμένα (συνήθως της ανάστασης του Λαζάρου) και ένα καλαθάκι ή πανιεράκι στα χέρια και έλεγαν από πόρτα σε πόρτα τα κάλαντα του Λαζάρου. Πολλές φορές κάποιες ομάδες έφταναν και σε γειτονικά χωριά προκειμένου το κέρδος να είναι περισσότερο. Το φιλοδώρημα ήταν κυρίως φρέσκα αυγά και λιγότερο χρήματα ή λάδι.
Σήμερον έρχεται  ο Χριστός,
ο επουράνιος Θεός
Εν τη πόλει Βηθανία,
Μάρθα κλαίει και Μαρία
Λάζαρο τον αδερφό τους,
τον γλυκύ και γκαρδιακό τους,
Τον μοιρολογούν και λέγουν,
τον μοιρολογούν και κλαίγουν.
Τρεις ημέρες τον θρηνούσαν
και τον εμοιρολογούσαν.
Την ημέρα την Τετάρτη
κίνησε ο Χριστός για να 'ρθει
Και εβγήκε η Μαρία
έξω από τη Βηθανία
Και εμπρός του γονυ κλει
και τους πόδας του φιλεί.
-Αν εδώ ήσουν Χριστέ μου
δε θα πέθαιν' ο αδερφός μου,
πλην και τώρα εγώ πιστεύω
και καλότατα ηξεύρω
ότι δύνασαι αν θελήσεις
και νεκρούς να αναστήσεις.
Λέει: Πίστευε Μαρία,
άγωμεν εις τα μνημεία .
Τότε ο Χριστός δακρύζει
και τον Άδη φοβερίζει:
-Άδη, τάρταρε και χάρο,
Λάζαρο θε να σου πάρω.
Δεύρο έξω Λάζαρέ μου,
φίλε και αγαπητέ μου.
Παρευθύς από τον Άδη,
ως εξαίσιο σημάδι
Λάζαρος απενεκρώθη,
ανεστήθη και σηκώθη.
Ζωντανός σαβανωμένος
και με το κερί ζωσμένος.
Τότε Μάρθα και Μαρία,
τότε όλη η Βηθανία
Μαθητές και Αποστόλοι
εκεί ευρεθήκαν όλοι.
Δόξα τω Θεώ φωνάζουν
και το Λάζαρο εξετάζουν
-Πες μας Λάζαρε τι είδες
εις τον Άδη απού πήγες.
-Είδα φόβους, είδα τρόμους,
είδα βάσανα και πόνους.
Δώστε μου νερό λιγάκι
να ξεπλύνω το φαρμάκι
της καρδιάς μου, των χειλέων
και μη με ρωτάτε πλέον.

          ( Τα τραγούδησε έτσι όπως τα θυμόταν ο 85χρονος
    Ιωάννης Γ. Φραγκάκης από το Ξενιάκο Ηρακλείου Κρήτης)


    Την Κυριακή το πρωί πηγαίνανε στην εκκλησία όλοι ή τουλάχιστον ένας από το κάθε σπίτι για να πάρουν από τα χέρια του παπά το Σταυρό φτιαγμένο από πλεγμένα, περίτεχνα, φύλλα φοινίκων (βάια). Μάλιστα επειδή το χωριό μου εξυπηρετούσε ίδιος ιερέας με το γειτονικό, έρχονταν και απ'  αυτό για να τον πάρουν. Το ίδιο κάνανε βέβαια κι οι χωριανοί μου την επόμενη χρονιά που ήταν η σειρά τους.

    Τους σταυρούς αυτούς τους κρεμούσαν πίσω από την κεντρική πόρτα του σπιτιού για προστασία ολοχρονίς από τους κάθε λογής εχθρούς. Η συνήθεια αυτή υπάρχει και σήμερα. Μαζί δε με τον Σταυρό έπαιρναν από την εκκλησία και ένα κλαδάκι ευλογημένης ελιάς που φυλασσόταν στο εικονοστάσι.
    Από το βράδυ της Κυριακής των Βαΐων άρχιζαν οι λεγόμενες αγρυπνιές, επειδή άρχιζαν πιο αργά από τη συνηθισμένη ώρα του σπερνού. Κι έτσι έμπαινε η Μεγάλη Εβδομάδα:
Μεγάλη Δευτέρα, μεγάλη μαχαίρα
Μεγάλη Τρίτη ο Χριστός εκρίθη
Μεγάλη Τετάρτη ο Χριστός εχάθη
Μεγάλη Πέφτη ο Χριστός ευρέθη
Μεγάλη Παρασκιή ο Χριστός στο καρφί
Μεγάλο μου Σαββάτο και πώς θα σε περάσω, απού  χεις πέντε ταχινές και πέντε μεσημέρια και πέντε απομεσήμερα και πάλι έχεις μέρα.
    Οι πρώτες τρεις μέρες περνούσαν χωρίς κάτι το ξεχωριστό. Από το πρωί της  Μεγάλης Πέμπτης, οι νοικοκυρές ξεκινούσαν τις προετοιμασίες για το βάψιμο των αυγών. Έκοβαν φυλλαράκια από διάφορα φυτά, τα έβαζαν με την καλή τους μεριά πάνω στα φρέσκα αυγά και τα στερέωναν περιτυλίγοντάς τα με κομμάτια λεπτής γυναικείας κάλτσας που είχαν φροντίσει να φυλάξουν όταν λόγω φθοράς δεν τις φορούσαν πλέον. Κατόπιν διέλυαν μόνο κόκκινη αυγομπογιά σε μπόλικο νερό και σε ειδικό για τον σκοπό αυτό τσικαλάκι έβραζαν για αρκετή ώρα τα αυγά ρίχνοντας και ξύδι για εντονότερο χρώμα. Όταν αργότερα έβγαζαν τα αυγά και το περιτύλιγμά τους, καμάρωναν για τα σχέδια που είχαν αποτυπώσει και τα άλειφαν με λάδι για να λάμψουν. Μερικές φορές κι αν στην οικογένεια υπήρχε άτομο με καλλιτεχνικό ταλέντο αντί φύλλων χρησιμοποιούσαν μικρά σχέδια σε χαρτί κομμένα υπομονετικά με ψαλιδάκι. Ίδια διαδικασία περίπου γίνεται και σήμερα.



   Τα κορίτσια την ίδια μέρα μαζεύονταν στο προαύλιο της εκκλησίας ή σε κάποιο σπίτι για να κατασκευάσουν το μεγάλο στεφάνι που θα τοποθετούσαν το βράδυ στον Εσταυρωμένο Ιησού. Το ίδιο θα γίνει και την επομένη, Μεγάλη Παρασκευή, για τον στολισμό του Επιταφίου. Συμμετείχαν και αγόρια στην όλη διαδικασία για τις πιο δύσκολες εργασίες αλλά και για να φλερτάρουν διακριτικά και όσο επέτρεπε η μέρα. Τα παιδιά πηγαινοέρχονταν στα σπίτια με αυλές για να κουβαλάνε λουλούδια, φωνάζοντας κατά διαστήματα: «Άλλος τσι κολαΐνες κι άλλος τα μυρωδικά!».
    Το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής τα παιδιά κρατώντας ανθοστολισμένους καλαμένιους σταυρούς ή εικονίσματα της Σταύρωσης γυρνούσαν στα σπίτια του χωριού απαγγέλοντας ή τραγουδώντας κατά περίπτωση «τα πάθη του Χριστού», αυτό που οι νεώτεροι λέμε «Μοιρολόι της Παναγίας»:
Σήμερον μαύρος ουρανός, σήμερον μαύρη μέρα
σήμερον όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπώνται
σήμερον έλαβαν βουλή οι άνομοι Εβραίοι
οι άνομοι και τα σκυλιά κι οι τρισκαταραμένοι.
Για να σταυρώσουν το Χριστό τον πάντων Βασιλέα.
Ο Κύριος ηθέλησε να μπει σε περιβόλι
να λάβει Δείπνο μυστικό, να τονε λάβουν όλοι.
Η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν στο θρονί της
τας προσευχάς της έκανε για το μονογενή της.
Φωνή της ήρθε απ'  ουρανού κι απ' αρχαγγέλου στόμα:
- Σώνουν, Κυρά μου, οι προσευχές, σώνουν και οι μετάνοιες
και τον υιόν σου πιάσανε και στου χαρκιά τον πάνε
κι στου Πιλάτου τας αυλάς εκεί τον τυραννάνε.
- Χαρκιά, χαρκιά, φτιάξε καρφιά, φτιάξε τρία περόνια.
Κι εκείνος ο παράνομος βαρεί και κάνει πέντε.
-Συ Φαραέ που τα φτιαξες , πρέπει να μας διδάξεις.
-Βάλτε τα δυο στα πόδια του και τα άλλα δυο στα χέρια
το πέμπτο το φαρμακερό βάλτε το στη καρδιά του
να τρέξει αίμα και νερό να πληγωθεί η καρδιά του.
Η Παναγιά ως τ' άκουσε έπεσε και λιγώθη.
Σταμνιά νερό τση ρίξανε τρία κανάτια μόσχο
και τρία νεροδόσταμα για να της έρθει ο νους της.
Και σαν της ήρθ' ο λογισμός και σαν της ήρθε ο νους της
ζητεί μαχαίρι να σφαγεί, φωθιά να πάει να πέσει,
ζητεί γκρεμό να γκρεμιστεί για το μονογενή της.
Η Μάρθα κι η Μαγδαληνή και του Λαζάρου η μάνα
και του Ιακώβου η αδελφή κι οι τέσσερις αντάμα
επήραν το στρατί  στρατί, στρατί το μονοπάτι
το μονοπάτι τ'ς έβγαλε εις του ληστή την πόρτα.
-Άνοιξε πόρτα του ληστή και πόρτα του Πιλάτου.
Κι η πόρτα από το φόβο της ανοίγει μοναχή της.
Τηρά ζερβά, τηρά δεξά, κανέναν δεν γνωρίζει
τηρά και δεξιότερα, βλέπει τον Αη-Γιάννη.
- Άγιε Ιωάννη Πρόδρομε, και βαπτιστά του γιου μου
Μην είδες τον υιόκα μου και σε διδάσκαλό σου;
- Δεν έχω στόμα να σου πω, γλώσσα να σου μιλήσω
δεν έχω χεροπάλαμα για να σου τον(ε) δείξω.
Βλέπεις εκείνον το γυμνό, τον παραπονεμένο
απού φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο
απού φορεί στην κεφαλή ακάνθινο στεφάνι;
Εκείνος είν' ο Γιόκας σου και με διδάσκαλός μου.
Η Παναγιά πλησίασε, γλυκά τόν(ε) ρωτάει:
- Δε μου μιλάς, παιδάκι μου, δε μου μιλάς, παιδί μου;
- Τι να σου πω, μανούλα μου, που διάφορο δεν έχεις.
Μόνο το Μέγα Σάββατο κοντά το μεσονύχτι
που θα λαλήσ' ο πετεινός, θα παίξουν οι καμπάνες
τότε και συ μανούλα μου θα 'χεις χαρές μεγάλες
 Όποιος τ' ακούει σώζεται κι όποιος το λέει αγιάζει
κι όποιος το καλοφουγκραστεί παράδεισο θα λάβει
παράδεισο και λίβανο από τον Αγιο Τάφο.
Και εις έτη πολλά.
                      
( Τα τραγούδησε έτσι όπως τα θυμόταν η 90χρονη
   Ελευθερία Φραγκάκη από το Ξενιάκο Ηρακλείου Κρήτης)


   

    Τη Μεγάλη Παρασκευή συνήθιζαν επίσης οι γυναίκες να πηγαίνουν και να ανάβουν τα κανδήλια στα ξωκλήσια της περιοχής και κυρίως στους Αγίους Πάντες στη Λούτρα, στην Παναγία την Κοτοποδιανή στο Κατωφύγι και συχνότερα στο προσκύνημα της Παναγίας στο Δέτη του Μηλλιαράδω.
     Το Μεγάλο Σάββατο ήταν αφιερωμένο συνήθως στην παρασκευή των γαλατερών, δηλαδή των πασχαλινών τσουρεκιών καθώς και των καλιτσουνιών.



Παραδοσιακή συνταγή για γαλατερά:
α) 6 οκάδες αλεύρι
     1 οκά ζάχαρη
    200 δράμια μαγειρικό βούτυρο
     12 αυγά
    Ζυμωμένα με αναπιασμένο προζύμι και αντί για νερό χρησιμοποιείται
    γάλα φρέσκο.                                           
β)  100 γραμ. βούτυρο
      1 πενηντάρι (150 γρ.) λάδι
      6 φλυτζάνες ζάχαρη
      7 αυγά
      κανέλα, μαστίχα
      2 χαρτάκια ξερή μαγιά και αναπιασμένο προζύμι
   
     Τα καλιτσούνια  πιο παλιά παρασκευάζονταν με φύλλο από απλό ζυμάρι χωρίς άλλα υλικά και γέμιση από χλωρό τυροζούλι (κατσικίσιο) με ψιλοκομμένο αβράσαμο και μερικές φορές λίγη ζάχαρη και τηγανίζονταν σε λάδι.

     Αργότερα στο ζυμάρι προστέθηκαν αυγά, γάλα, ζάχαρη, βούτυρο κ.ά. ή δε γέμιση γινόταν με το λεγόμενο «χλωρό» που αποτελούνταν από μισό φρέσκο κεφαλοτύρι δηλαδή τη «μαλάκα» και μισό από φρέσκια γλυκιά μυζήθρα. Στη γέμιση πρόσθεταν πάλι αβράσαμο, ζάχαρη και αυγά. Τα καλιτσούνια αυτά κατασκευάζονταν αρκετά μεγάλα, φουρνίζονταν σε ξυλόφουρνους κατάχαμα όπως το ψωμί και ακριβώς επειδή ήταν μεγάλα προσφέρονταν κομμένα σε 4 ή  6 τεμάχια.

    Στα μεταγενέστερα χρόνια οι συνταγές τελειοποιήθηκαν. Κατασκευάζονταν νέα σχήματα όπως τα λυχναράκια και τα τρίγωνα και η γέμιση ήταν κυρίως από μυζήθρα μόνο. Ψήνονταν τοποθετημένα μέσα σε ταψιά είτε στον ξυλόφουρνο είτε σε φούρνο ξυλόσομπας.


Συνταγή για καλιτσούνια:
       1 ποτήρι του νερού γάλα
       6 αυγά
       2 και μισό ποτήρια νερού ζάχαρη
       1 ποτήρι νερού λάδι
       4 μπέικιν
        Χυμός ενός λεμονιού, ξύσμα λεμονιού
        3 βανίλιες
Για τη γέμιση:
        1 μυζήθρα φρέσκια περίπου ενάμισι κιλό
        1 ποτήρι ζάχαρη
        2 αυγά
        λίγη κανέλα

   Μετά  από τόσες μυρωδιές, που σπάγανε τις μύτες όλη την ημέρα, όλοι μικροί και μεγάλοι ανυπομονούσαν πότε θα χτυπήσει το βράδυ η καμπάνα. Κι ήταν τόση η λαχτάρα που πολλές φορές βάζανε στη τσέπη τους ένα κόκκινο αυγό ή ένα καλιτσούνι για να το φάνε αμέσως μόλις ο παπάς έλεγε το «Χριστός Ανέστη». Σημειώστε εδώ ότι τότε νήστευαν όλη τη Σαρακοστή όχι μόνο οι μεγάλοι μα και τα παιδιά. Πώς να αντέξουν τόσους γλυκούς μυρωδάτους πειρασμούς;
    Επειδή τότε δεν είχαν στο χωριό μου πυροτεχνήματα και βαρελότα η Ανάσταση ήταν πιο ήσυχη, πιο μυστηριακή και τη χαρά των χριστιανών φανέρωνε μονάχα η μεγάλη φουνάρα για το κάψιμο του Ιούδα και το ασταμάτητο χτύπημα της καμπάνας που συνεχιζόταν την επομένη όλη μέρα και ενίοτε και τη Δευτέρα τω σκολώ. Όλο το χωριό περνούσε από τη  εκκλησία για να παίξει την καμπάνα ή να δει τους καμπανάρηδες που έκαναν τα τσαλίμια τους και ο ήχος έβγαινε τραγουδιστός «ντάουρι-νταντάουρι-νταντάουρι ...;» για να σμίξει με τους ήχους της καμπάνας των γειτονικών χωριών να συνταιριάξει μαζί τους και να ευφραίνεται ολόκληρη η μπαρίτικη κοιλάδα και ο αναστημένος Χριστός να αποκαμαρώνει τα παλικάρια Του. Ήταν δε τόσο ιδιαίτερο το παίξιμο του καθενός που μπορούσες να καταλάβεις αν το σχοινί το κρατούσε π.χ. ο Νικόλαος του Μελισσουργογιάννη ή ο Νικόλης του Λαμπαδοβαγγέλη.
    Το φαγητό του Πάσχα ήταν συνήθως κατσικάκι στη κατσαρόλα, πότε κοκκινιστό και πότε αυγολέμονο με ντόπιες αγκινάρες, πολλές φορές, αν τύχαινε κι ήταν το Πάσχα κάπως όψιμο. Σουβλιστά και κοκορέτσια ήρθαν πολύ αργότερα από «ξενομπασάρηδες» ή κατεχάρηδες κοσμογυρισμένους.
                            

Εφτά Ποτάμια - Γιάννης Χαρούλης

Στίχοι:
Δημήτρης Αποστολάκης

Μουσική:
Δημήτρης Αποστολάκης




Εφτά ποτάμια σμίξαν και τρεις καημοί,
κι είπανε να μερώσουνε μια στιγμή.
Οι θάλασσες κοπάσαν κι οι στεναγμοί,
εννιά σπαθιά γυμνώσανε στη γραμμή.

Η άνοιξη η μαυλίστρα για να διαβεί,
κοιτάξτε, χωριανοί μου, τι θα συμβεί.
Τα πάθη σαν σαρκώσουμε του Ραβί,
εκείνος ο μπροστάρης, κι εμείς στραβοί.

Ήλιες μου, στρατολάτη, ταξιδευτή,
που μού `δωσες τη χάρη του γητευτή,
ο άνθρωπος γυρεύει για να γευτεί,
απ' το ζεστό μου αίμα να γιατρευτεί.

Η μεγαλοβδομάδα, κόρη ξανθή,
μύρωσε το χωριό μας, και ροδανθεί,
που τρώει τον θεό του για να χαθεί,
κι ίσως με τον χαμό του ν' αναστηθεί.

Στης άνοιξης τον κόρφο, τον ζηλευτό,
μυριόχρωμο γιορντάνι, το σερπετό,
φάρμακο το φαρμάκι στον αετό,
για να πετάξει εκείνος ως είν' γραφτό.

Πέρνα περαματάρη τον ποταμό,
πάρε κι εμέ μαζί σου στον μισεμό,
κι εκεί στον καταρράχτη και στον γκρεμό,
θα μάθω του συμπάντου το λυτρωμό.

Κυριακή 13 Απριλίου 2014

Η Κρήτη δε σταματά να μας εκπλήσσει!


Η Κρήτη δε σταματά να μας εκπλήσσει!

Το CRETALIVE παρουσιάζει ένα εντυπωσιακό φαράγγι, ένα από τα τρία διασημότερα της Κρήτης στην παγκόσμια κοινότητα των canyoners και όχι μόνο
Κείμενο- φωτογραφίες: Κώστας Φωτεινάκης
Είναι κοινός τόπος ότι η Κρήτη είναι ένα ευλογημένο νησί και δεν είναι τυχαίο ότι πάντα προσέλκυε επισκέπτες που ήθελαν να απολαύσουν το μοναδικό της τοπίο, τη σπάνια βιοποικιλότητα και την αλληλεπίδραση του ανθρώπου με αυτά.
Είναι όμως εντυπωσιακό ότι το νησί δε σταματά να μας εκπλήσσει με τους θησαυρούς που κρύβει τόσο στα σωθικά του όσο και στο επιφανειακό του ανάγλυφο.  Ένα από αυτά τα θαύματα είναι και τα άβατα φαράγγια, δηλαδή φαράγγια που διασχίζονται μόνο με χρήση τεχνικών μέσων από ομάδες ειδικά εκπαιδευμένων ατόμων-δραστηριότητα που ονομάζεται canyoning.
Εδώ παρουσιάζουμε το φαράγγι της Πορτέλας,  που μαζί με το φαράγγι του Χα και της Άρβης αποτελούν τα τρία διασημότερα φαράγγια της Κρήτης στην παγκόσμια κοινότητα των canyoners  και όχι μόνο.
Το φαράγγι της Πορτέλας βρίσκεται στα νότια του νομού Ηρακλείου και ξεκινάει από το χωριό Χόνδρος για να καταλήξει στον Κερατόκαμπο μέσω 21 τεχνικών καταβάσεων καλύπτοντας 340 μ. υψομετρικής διαφοράς και συνολικό μήκος 4,5 χλμ.
Έχει αρκετό νερό τους πρώτους μήνες της άνοιξης και ειδικά μετά από έντονες βροχοπτώσεις, γεγονός που κάνει τη διάσχιση του ακόμα πιο ενδιαφέρουσα. Οι φωτογραφίες που ακολουθούν είναι κατά τη διάρκεια σχολών μύησης που οργανώνει τακτικά το Τμήμα Κρήτης της Ελληνικής Σπηλαιολογικής Εταιρείας.

ΥΓ: το canyoning είναι μια υπαίθρια δραστηριότητα που εγκυμονεί κινδύνους και γι’ αυτό οι άνθρωποι που το ασκούν έχουν παρακολουθήσει ειδικό σχολείο για να αποκτήσουν τις απαραίτητες γνώσεις και δεξιότητες για την ασφαλή εξάσκησή της.

ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ ΜΕ ΖΑΧΑΡΗ!!

...ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ ΠΑΠΟΥΤΣΑΚΗ -

 

 ΤΟ ΕΡΩΤΙΚΟ ΓΛΥΚΙΣΜΑ ΤΩΝ ΠΑΝΗΓΥΡΙΩΝ ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ



Το ερωτικό γλύκισμα των πανηγυριών – Μαντινάδες!! Μαντινάδες δέκα στο φράγκο!!!


«Στον ουρανό του έρωντα με τα φτερά σου βγαίνω Ότι καιρός και να φυσά στη γη δεν κατεβαίνω» Διαλαλούσαν οι πανηγυράδες και τρέχανε μικροί μεγάλοι να πάρουνε… Στα πανηγύρια οι ερωτευμένοι μελετούσαν για την αγαπητικιά ή το ντελικανλή τη μαντινάδα. Το ζαχαρωτό μέσο επικοινωνίας της εποχής. Σαν το τραγούδι που αφιερώνουμε, σαν το μήνυμα στο κινητό. Ένα μήνυμα όλο γλύκα μιας και η πρώτη ύλη της μαντινάδας είναι η ζάχαρη. Κάποιες φορές η μαντινάδα δεν είχε το αναμενόμενο περιεχόμενο και τρέχανε να την αντικαταστήσουν με μια άλλη και πάντα ελπίζοντας!

Ένα κρασοπότηρο νερό, ένα κουταλάκι δραγάντι που μοιάζει με τη μαστίχα Χίου, ( τωρα το αντικαθιστούν με ένα κουταλάκι ζελατίνη) ένα κιλό ζάχαρη αλεσμένη στο χειρόμυλο να γίνει άχνη, καλό ζύμωμα… Παίρνουν χαρτάκια γραμμένα με μαντινάδες κυρίως ερωτικές, κάνουν κορδόνι το μίγμα, το κόβουν σε μικρά κομάτια και γρήγορα γρήγορα να μη ζαχαρώσει τυλίγουν ένα μέρος του χαρτιού….Αυτή είναι η γλυκιά συνταγή των μηνυμάτων του έρωτα..

Πέμπτη 10 Απριλίου 2014

ΤΟ ΣΑΒΒΑΤΟ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ


Το Σάββατο του Λαζάρου θεωρείται μέρα του θανάτου και της ζωής. Σε κάποια χωριά μάλιστα οι αγρότες δεν μαζεύουν τη σοδιά τους γιατί φοβούνται ότι οι καρποί της γης φέρουν τον θάνατο μέσα τους. O Λάζαρος είναι μια μορφή που εμπνέει σεβασμό στον ελληνικό λαό. Παλιότερα οι εκδηλώσεις εορτασμού ήταν πολλές και ποικίλες, ωστόσο σήμερα έχουν λησμονηθεί ως επί το πλείστον.
Για παράδειγμα τα κάλαντα του Λαζάρου τραγουδιούνται σε ελάχιστες περιοχές, ενώ παλιότερα ήταν από τα πιο ζωντανά έθιμα και έδιναν ιδιαίτερο τόνο στις μικρές κοινωνίες.



Τα κάλαντα του Λαζάρου ήταν αποκλειστικά σχεδόν γυναικεία και τα τραγουδούσαν κοπέλες διαφόρων ηλικιών ακόμα και κορίτσια τις παντρειάς που ονομάζονταν "Λαζαρίνες". Την παραμονή της γιορτής, οι Λαζαρίνες ξεχύνονταν στα χωράφια έξω από τα χωριά για να μαζέψουν λουλούδια που με αυτά θα στόλιζαν το καλαθάκι τους την άλλη μέρα ντυμένες με τοπικές ενδυμασίες φορώντας ειδική στολή.
Γύριζαν από σπίτι σε σπίτι τραγουδώντας το Λάζαρο και εισέπρατταν μικρό φιλοδώρημα, χρήματα, αυγά, φρούτα ή άλλα φαγώσιμα.

Σε πολύ λίγες περιοχές της χώρας τραγουδιούνται σήμερα τα Λαζαριάτικα κάλαντα. Τα λόγια του τραγουδιού άλλοτε αναφέρονται στην ανάσταση του Λαζάρου και είναι συνήθως μέτρια στιχουργήματα και άλλοτε πάλι αποτελούν παινέματα προσώπων που αγγίζουν τα όρια υψηλής ποιητικής δημιουργίας.
Τα έθιμα του Λαζάρου στα χρόνια της σκλαβιάς είχαν κοινωνική σκοπιμότητα Στις γυναίκες και ιδίως στα νέα κορίτσια που δεν έβγαιναν συχνά έξω από το σπίτι επειδή τα ήθη της εποχής και ο φόβος της αρπαγής τους από τους Τούρκους τις περιόριζαν, δίνονταν κάποιες ελευθερίες: γίνονταν αλληλογνωριμίες και νυφοδιαλέγματα και σε λίγο καιρό ακολουθούσαν τα προξενιά, τα αρραβωνιάσματα και οι γάμοι.



Έθιμα από διαφορετικά μέρη της Ελλάδας

0 λαός γιορτάζει την πρώτη Λαμπρή, την "Έγερση" του φίλου του Χριστού, του "αγέλαστου" Λάζαρου.
Ο φόβος και ο τρόμος για όσα γνώρισε στον άλλο κόσμο άφησαν τόσο βαθιά σημάδια στην ψυχή του Λάζαρου που, λέει η παράδοση, μετά την Ανάσταση του δε γέλασε παρά μόνο μια φορά.
Είδε κάποιον χωρικό στο παζάρι να κλέβει μια στάμνα και να φεύγει κρυφά.

"Βρε τον ταλαίπωρο, είπε. Για ιδές τον πώς φεύγει με το κλεμμένο σταμνί.
Ξεχνάει ότι κι αυτός είναι ένα κομμάτι χώμα, όπως και το σταμνί. Το 'να χώμα κλέβει τ' άλλο. Μα δεν είναι να γελούν οι πικραμένοι;" και χαμογέλασε.
Στα περισσότερα μέρη της Ελλάδας για να απεικονίσουν την Ανάσταση του Λάζαρου, να συμβολίσουν δηλαδή τη Νίκη του Χριστού απέναντι στο θάνατο, αλλά παράλληλα και για να υποδηλώσουν την ανάσταση της φύσης, έφτιαχναν ένα ομοίωμα του Λάζαρου. Την παραμονή της γιορτής ή, σε πολλά μέρη, ανήμερα την "πρώτη Λαμπρή", τα παιδιά, κρατώντας το "Λάζαρο", έκαναν τους αγερμούς τους. Γύριζαν στα σπίτια και τραγουδούσαν τα "λαζαρικά", για να διηγηθούν την ιστορία του αναστημένου φίλου του Χριστού και να πουν παινέματα στους νοικοκυραίους. Στην Ήπειρο μάλιστα, στις κτηνοτροφικές περιοχές, χτύπαγαν ταυτόχρονα και μεγαλοκούδουνα.




"Πες μας Λάζαρε τι είδες
εις τον Άδη που επήγες.
Είδα φόβους, είδα τρόμους,
είδα βάσανα και πόνους,
δώστε μου λίγο νεράκι
να ξεπλύνω το φαρμάκι,
της καρδούλας μου το λέω
και μοιρολογώ και κλαίω.
Του χρόνου πάλι να 'ρθουμε,
με υγεία να σας βρούμε,
και ο νοικοκύρης του σπιτιού
χρόνια πολλά να ζήσει,
να ζήσει χρόνια εκατό
και να τα ξεπεράσει."

Τα "λαζαρικά" από τόπο σε τόπο έχουν πολλές παραλλαγές.
Στη Στερεά Ελλάδα, τη Μακεδονία και τη Θράκη στο έθιμο έπαιρναν μέρος μόνο κορίτσια, οι "Λαζαρίνες" ή "Λαζαρίτσες", έτσι εύρισκαν την ευκαιρία να γίνουν γνωστές και σαν υποψήφιες νύφες. Για "Λάζαρο" βαστούσαν έναν ξύλινο κόπανο για τα ρούχα, τυλιγμένο με παρδαλά κομμάτια από πανιά, ίδιο μωρό. Σε άλλα μέρη πάλι έντυναν με χτυπητά πολύχρωμα υφάσματα μια ρόκα, μια κούκλα, έναν καλαμένιο σταυρό και τα στόλιζαν με κορδέλες και λουλούδια. Στη Σκύρο έπαιρναν την τρυπητή κουτάλα, "τη σιδεροχουλιάρα". Έβαζαν σε κάθε τρύπα και από ένα άσπροπούλι -άσπρη μαργαρίτα- ένα κόκκινο γαρίφαλο για στόμα και σχημάτιζαν το πρόσωπο. Έδεναν σταυρωτά πάνω στην κουτάλα ένα ξύλο, για να κάνουν τα χέρια, της φορούσαν και ένα πουκαμισάκι ή ένα μωρουδίστικο ρούχο και ο "Λάζαρος" ήταν έτοιμος.
Γύριζαν τα παιδιά από σπίτι σε σπίτι τραγουδώντας και οι νοικοκυρές τους έδιναν αυγά, λεφτά ή ό,τι άλλο είχαν. Πάντα όλοι κάτι έβρισκαν να δώσουν. Κι όταν θέλαν για κάποιον να πούνε πως ήταν τσιγκούνης έλεγαν: "Ποτέ του αυγό δεν έδωσε, ούτε τ' αγίου Λαζάρου!" Στα Τρίκαλα τα αυγά που συγκέντρωναν οι Λαζαρίνες, οι μητέρες τους τα έβαφαν κόκκινα και τα κρατούσαν σε ξεχωριστό μέρος. Όταν ήθελαν να περιποιηθούν έναν επισκέπτη από αυτά τα αυγά του έδιναν, του Λαζάρου.
Σε μερικά μέρη τη θέση του "Λάζαρου" έπαιρνε ένα καλάθι στολισμένο με λουλούδια και με πολύχρωμες κορδέλες. Στην Κρήτη έκαναν έναν ξύλινο σταυρό και τον στόλιζαν με ορμαθούς από λεμονανθούς και αγριόχορτα με κόκκινα λουλούδια, τις μαχαιρίτσες. Στην Κύπρο συναντάμε το έθιμο της αναπαράστασης, στην αρχαιότερη μορφή του. Ο θεός πεθαίνει στην ακμή της νιότης του και αμέσως ανασταίνεται, όπως ο Άδωνης στους αρχαίους Έλληνες. Έντυναν ένα παιδί με κίτρινα λουλούδια, έτσι ώστε ούτε το πρόσωπο του δε φαινόταν. Σε κάθε σπίτι που πήγαιναν, όταν άρχιζαν τα άλλα παιδιά να τραγουδούν, ξάπλωνε και υποκρινόταν το νεκρό, όταν όμως έλεγαν το "Λάζαρε δεύρο έξω" σηκωνόταν.
Το ίδιο έθιμο συναντάμε και στην Κω. Το παιδί που αναπαριστούσε το Λάζαρο, τυλιγμένο σε ένα σεντόνι, ήταν και αυτό στολισμένο με κίτρινα λουλούδια. Αμοιβή της παρέας για την αναπαράσταση τα αυγά για το δάσκαλο. Τα πιο μεγάλα παιδιά, οι "πρωτόσχολοι", έπαιρναν την εικόνα του Λάζαρου, την έβαζαν πάνω σε μια ειδική κατασκευή που στόλιζαν με δεντρολίβανο -ήταν, λέει, η Βηθανία, η πατρίδα του- και γύριζαν στις στάνες. Οι βοσκοί τους φίλευαν αυγά, τυριά και μυζήθρες για τις λαμπρόπιτες.
Για την ψυχή του Λάζαρου οι γυναίκες ζύμωναν ανήμερα το πρωί ειδικά κουλούρια, τους "λαζάρηδες", τα "λαζαρούδια" ή και "λαζαράκια". "Λάζαρο δεν πλάσεις, ψωμί δεν θα χορτάσεις" έλεγαν, μια και ο αναστημένος φίλος του Χριστού πίστευαν πως είχε παραγγείλει: "Όποιος ζυμώσει και δε με πλάσει, το φαρμάκι μου να πάρει..."
Στα "λαζαράκια" έδιναν το σχήμα ανθρώπου σπαργανωμένου, όπως ακριβώς παριστάνεται ο Λάζαρος στις εικόνες. Όσα παιδιά είχε η οικογένεια τόσους "λαζάρηδες" έπλαθαν και στη θέση των ματιών έβαζαν δυο γαρίφαλα. Στην Κω οι αρραβωνιασμένες θα έφτιαχναν ένα λαζαράκι σε μέγεθος μικρού παιδιού, γεμισμένο με χίλια δυο καλούδια και κεντημένο σχεδόν σαν τις κουλούρες του γάμου, για να το στείλουν στο γαμπρό. Τα "λαζαρούδια" πολλές νοικοκυρές τα γέμιζαν με αλεσμένα καρύδια, αμύγδαλα, σύκα, σταφίδες, μέλι, πρόσθεταν πολλά μυρωδικά και τα παιδιά ξετρελλαίνονταν να τα τρώνε ζεστά.