Τρίτη 17 Σεπτεμβρίου 2013

ΟΙ ΘΕΕΣ ΤΩΝ ΟΦΕΩΝ!

Τα δύο αγαλματάκια από φαγεντιανή , τα οποία βρέθηκαν στο <<θησαυροφυλάκιο>> της Κνωσού , και τα ονόμασαν <<θεές των όφεων>>, στο αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου Κρήτης , είναι το μεν μεγάλο η ιέρεια της Ρέας , το δε μικρό , η ιέρεια της Δήμητρας, σε δύο διαφορετικά τελετουργικά της Διονυσιακής λατρείας.

Και στα δυο αγαλματάκια υπάρχουν ενεπίγραφα χαρακτηριστικά , τα οποία παραπέμπουν, στο ποια θεά-ιέρεια, είναι η κάθε μια. Και στα δυο αγαλματάκια , το δρώμενο είναι η θυσία του Διόνυσου Ζαγρέα και η αναγέννηση αυτού, σε μια παράσταση της ετήσιας αναγέννησης της φύσης. Τα οργιαστικά τελετουργικά είναι παρμένα από την λατρεία του Σαβάζιου , η οποία εισήχθη αρχικά από τη Φρυγία , και στα οποία οι ιερείς κατά τις οργιαστικές αυτές τελετές των βλαστικών θεών, κρατούσαν φίδια στα χέρια. Τα τελετουργικά γίνονταν πριν την μεταμόρφωση του Διονύσου Ζαγρέα σε ταύρο, και την θυσία αυτού, αφού πρώτα τελούνταν ταυροκαθάψια, από εκπαιδευμένους ιερείς της Ρέας και της Δήμητρας, όπως έχουμε δει σε σφραγιδόλιθους. Επίσης την παρουσία του Σαβάζιου, αρχικά στην Κνωσό , μας έδωσε ο σφραγιδόλιθος με το τοπογραφικό και άλλες λεπτομέρειες της περιοχής Κνωσού.
Στο μεγάλο αγαλματάκι βλέπουμε την ιέρεια – θεά να φορεί μινωικό φόρεμα και μινωική ιερή ζώνη, όχι κρητομυκηναικά με ξόμπλια και φραμπαλάδες. Στο δεξιό χέρι της ιέρειας , είναι γραμμένο το κρητικό ιερογλυφικό re, με το όνομα της Ρέας. Η ποδιά και ο πίλος της ιέρειας έχει τρεις λουρίδες, οι οποίες μαρτυρούν ότι είναι η Ρέα. Επίσης η μεσαία λουρίδα, τα σχέδια που έχει , είναι το κρητικό ιερογλυφικό, me, για την Μεγάλη μητέρα στον πάνω και στον κάτω κόσμο, με μυστηριακές τελετές, φανερές. Το φίδι που ανεβαίνει από το αριστερό χέρι της ιέρειας , μέχρι πάνω από τον πίλο στο κεφάλι, είναι η χθόνια μορφή και επιφάνεια του Διόνυσου Ζαγρέα.
Στο δεύτερο , όπου η ιέρεια – θεά είναι η Δήμητρα, εκτός από τα φίδια που κρατά στα χέρια, έθιμο και τελετουργικού οργιαστικού χορού , του Σαβάζιου, ο οποίος εξομοιώνετε με τον Ζαγρέα, βλέπουμε τον πάνθηρα στο κεφάλι της ιέρειας , παλαιότατη μορφή και επιφάνεια του Διονύσου. Η ιέρεια και αυτή φορεί μινωικό φόρεμα και ποδιά, φαίνεται όμως νεότερης εποχής από αυτά που φορεί η Ρέα. Η ποδιά έχει δυο λουρίδες στις άκρες της, και μας δηλώνει ότι είναι η Δήμητρα, Μεγάλη μητέρα.

18-9-2013

Αντώνης Βασιλάκης του θωμά
Βλυχιά Κνωσού
Όχι αρχαιολόγος

Δευτέρα 19 Αυγούστου 2013

Ο ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ

Ν. Λυγερός: Ο Ερωτόκριτος του Κορνάρου: ίσος του δεν ευρίσκετο σ’ Ανατολή και Δύση

Nikos-Lygeros-poihsh-Kai-Logoi-Erotokritos
Πίνακας του Θεόφιλου Χατζημιχαήλ 
«Ερωτόκριτος και Αρετούσα» (1933)
Ο Ερωτόκριτος του Κορνάρου: 
ίσος του δεν ευρίσκετο σ’ Ανατολή και Δύση

Ο Ερωτόκριτος του Κορνάρου δεν είναι απλώς ένα έμμετρο λυρικό μυθιστόρημα, είναι μια βενετοκρητική σύνθεση, εξαιρετικά πλούσια και δεν έγινε τυχαία ένας πανελλήνιος μύθος. Ο Κορνάρος έπλασε αυτόν τον μύθο χάρις στη μεγάλη του γνώση της κρητικής κοινωνίας.


Η ιδιομορφία του Κορνάρου προέρχεται όχι μόνο από τη διαχρονικότητα της Κρήτης, αλλά και από τον συνδυασμό της Ανατολής και της Δύσης. Και αυτό είναι φανερό διότι στο έργο του βρίσκουμε πολλές αναφορές στην Ανατολή και τη Δύση όπως π.χ. στους στίχους: Α64, Α1234, Α1506, Β548, Β1744, Β2129, Γ1557, Δ1621. Όμως αυτή η διπλή επίδραση είναι ακόμα πιο ενδιαφέρουσα όσον αφορά στις γκιόστρες.

Το κονταροχτύπημα του Κορνάρου αποτελεί ένα πολύπλοκο μείγμα της λογοτεχνίας της ιταλικής αναγέννησης και της βυζαντινής λαϊκής παράδοσης. Σ’ αυτό το σημείο το δυτικό έπος γίνεται μια ανατολίτικη ιστορία και η ιπποσύνη μετατρέπεται σε ρωμιοσύνη. Έτσι μ’ αυτόν τον πολύπλευρο τρόπο, ο ποιητής ερμηνεύει το παρελθόν και το πεπρωμένο της πατρίδας.

Ακόμα και ο πόλεμος του Κορνάρου είναι χαρακτηριστικός. Η αρχική σταυροφορία της Δύσης στο γαλλικό πρωτότυπο μεταβάλλεται σε πολιορκία της Ανατολής στο κρητικό κείμενο. Και είναι οι πολιορκημένοι που ενδιαφέρουν τον Κορνάρο, όχι οι κατακτητές. Από αυτήν την άποψη είναι πράγματι ενδεικτικό ότι η αποφασιστική μονομαχία του Ρωτόκριτου γίνεται μ’ έναν Φράγκο και συγγενή του βασιλιά των λατινογενών Βλάχων.

Από την άλλη πλευρά, το βλέμμα του Κορνάρου που παραμένει συμβολικό εξαιτίας της μορφής του έργου του, με τη λεπτή του ακρίβεια μας δείχνει ότι ο ποιητής κατέχει επιστημονικές γνώσεις που δεν ανήκουν στον μεσαίωνα αλλά στην αναγέννηση και που δεν είναι γιατροσόφια της Ανατολής αλλά έρευνες της Δύσης.

Τελικά η σημαντικότερη συμβολή του Κορνάρου είναι η απόδειξη της ύπαρξης μιας ελληνικής ταυτότητας σε μια περίοδο ταραχής και σ’ έναν τόπο μεθοριακό.

Αναφορές:
Sur les connaissances scientifiques dans Erotokritos.
Ο ΛΥΧΝΟΣ, numéro 62, janvier 1995.
Sur les chiffres 3 et 4 dans Le sacrifice d’ Abraham et Erotokritos de Kornaros
La Revue Franco-Hellénique, numéro 18, juin 1995.
Sur la présence du chiffre 4 dans Erotokritos.
Ο ΛΥΧΝΟΣ, numéro 67, avril 1996.
Erotokritos, tournois et contexte énétocrétois.
Bulletin de la Société Historique Alexandre Soutsos, no.2, juillet 1997.
Sur les difficultés de la traduction versifiée de l’ Erotokritos, roman épicolyrique crétois du XVIIème siècle.
Parterre Verbal, numéro 23, septembre 1997.
Sur l’identité du poète d’Erotokritos.
Le Bulletin Franco-Hellénique, 1998.
Commentaires sur L’ Erotokritos dans une nouvelle perspective historique d’ Egil Danielsen.
Le Bulletin Franco-Hellénique, 1998.
Sur la symbolique des devises dans le tournoi de l’ Erotokritos.
Ο ΛΥΧΝΟΣ 1998.
Le regard séférien sur l’ Erotokritos de Kornaros.
Parterre Verbal, 1998.


Πέμπτη 15 Αυγούστου 2013

WEBNODE :: Kathy's site

WEBNODE :: Kathy's site

ΕΝΑ ΣΥΝΝΕΦΑΚΙ ΤΟ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟ!

από
Festivalaki: Cretan festival of Arts & Culture ·
Νίκος Καζαντζάκης, [Ένα συννεφάκι το Δεκαπενταύγουστο]
Απόσπασμα από την αναφορά στον Γκρέκο

Ο Αύγουστος ήταν για μένα, όταν ήμουν παιδί, κι είναι ακόμα, ο πιο αγαπημένος μήνας. Αυτός φέρνει μαθές τα σταφύλια και τα σύκα, τα πεπόνια, τα καρπούζια.

Τον ονομάτισα Άγιον Αύγουστο, αυτός ο προστάτης μου, έλεγα, σ’ αυτόν θα κάνω την προσευχή μου. Όταν θέλω τίποτα, απ’ αυτόν θα το ζητώ. Κι αυτός θα το ζητήσει απ’ τον Θεό, κι ο Θεός θα μου το δώσει. Και μια φορά πήρα νερομπογιές και τον ζωγράφισα…Από τη στιγμή που τον ζωγράφισα και στερέωσα το πρόσωπό του, στερεώθηκε και μέσα μου η εμπιστοσύνη μου σ’ αυτό, και κάθε χρόνο τον περίμενα να ‘ρθει, να τρυγήσει τα αμπέλια της Κρήτης, να πατήσει τα σταφύλια και να κάμει το θάμα του, να βγάλει απ’ τα σταφύλια κρασί…

Τον Αύγουστο ξάπλωναν σε διπλανά χωράφια απ’ τα αμπέλια τα σταφύλια, να τα ξεράνει ο ήλιος να γίνουν σταφίδα. Μια χρονιά είχαμε πάει στο αμπέλι μας και μέναμε στο εξοχικό μας σπιτάκι. Ο αγέρας μύριζε, η γης καίγονταν, τα τζιτζίκια καίγονταν κι αυτά, σαν να κάθονταν απάνω σε κάρβουνα αναμμένα.

Τη μέρα κείνη, της Κοίμησης της Παναγίας, 15 Αυγούστου, οι εργάτες δε δούλευαν κι ο πατέρας μου κάθονταν στη ρίζα μιας ελιάς και κάπνιζε. Είχαν έρθει γύρα οι γειτόνοι, που είχαν απλώσει κι αυτοί τη σταφίδα τους, κάπνιζαν πλάι στον πατέρα μου, αμίλητοι. Φαίνονταν στενοχωρημένοι. Όλοι είχαν καρφώσει τα μάτια σ’ ένα συννεφάκι που ‘χε προβάλει στον ουρανό, κατασκότεινο, βουβό, και προχωρούσε. Είχα καθίσει κι εγώ κοντά στον πατέρα μου και κοίταζα το σύννεφο. Μου άρεσε, σκούρο, μολυβί, χνουδάτο, κι ολοένα μεγάλωνε, άλλαζε πρόσωπο και κορμί, πότε σα γεμάτο ασκί, πότε σα μαυροφτέρουγο όρνιο και πότε σαν τον ελέφαντα που είχα δει σε ζωγραφιά, κουνούσε την προβοσκίδα του κι έψαχνε ν’ αγγίξει κάτω τη γης. Αεράκι χλιαρό φύσηξε, τα φύλλα της ελιάς ανατρίχιασαν. Ένας γείτονας πετάχτηκε όρθιος, άπλωσε το χέρι κατά το σύννεφο που προχωρούσε.

- Ανάθεμά το, μουρμούρισε, ο Θεός να με βγάλει ψεύτη, φέρνει τον κατακλυσμό!

- Δάγκασε τη γλώσσα σου, του ‘καμε ένας γέρος θεοφοβούμενος, δε θα το αφήσει η Παναγία, σήμερα είναι η χάρη της.

Ο πατέρας μου έγρουξε, μα δεν έβγαλε άχνα, πίστευε στην Παναγιά, μα δεν πίστευε πως η Παναγιά μπορεί να κουμαντάρει τα σύννεφα.

Εκεί που μιλούσαν, ο ουρανός σκεπάστηκε, οι πρώτες στάλες, χοντρές, ζεστές, άρχισαν να πέφτουν. Τα σύννεφα χαμήλωσαν, κίτρινες βουβές αστραπές καταξέσκιζαν τον ουρανό.

- Παναγιά μου, φώναξαν οι γειτόνοι, βοήθεια!

Όλοι πετάχτηκαν απάνω, κατασκόρπισαν, καθένας έτρεχε κατά το αμπέλι του, όπου είχε απλώσει τη σταφίδα της χρονιάς. Κι ως έτρεχαν, ολοένα και σκοτείνιαζε ο αγέρας, κρεμάστηκαν μαύρες πλεξούδες από τα σύννεφα, ξέσπασε η μπόρα. Γέμισαν τα αυλάκια, πήραν να τρέχουν οι δρόμοι σαν ποταμοί, φωνές ακούστηκαν γοερές από το κάθε αμπέλι.

Ξέφυγα από το σπιτάκι, έτρεξα μέσα στη νεροποντή, παράξενη χαρά με είχε συνεπάρει, σα μεθύσι.

Είχα φτάσει ως το δρόμο, δεν μπόρεσα να τον περάσω, ήταν ποταμός, και στάθηκα και κοίταζα: μαζί με τα νερά κυλούσαν αγκαλιές αγκαλιές τα μισοξεραμένα σταφύλια, ο μόχτος της χρονιάς, έτρεχαν κατά τη θάλασσα και χάνουνταν. Ο θρήνος δυνάμωνε, μερικές γυναίκες είχαν χωθεί ως τα γόνατα μέσα στο νερό και μάχονταν να περισώσουν λίγη σταφίδα, άλλες όρθιες στην άκρη του δρόμου, είχαν βγάλει τις μπολίδες τους και συρομαδιούνταν.

Είχα γίνει μουσκίδι ως το κόκαλο, πήρα δρόμο κατά το σπιτάκι και μάχουμουν να κρύψω τη χαρά μου, βιαζόμουν να δω τι θα ‘κανε ο πατέρας μου, θα ‘κλαιγε, θα βλαστημούσε, θα φώναζε; Περνώντας από τον οψιγιά είδα πως όλη μας η σταφίδα είχε φύγει.

Τον είδα να στέκεται στο κατώφλι, ακίνητος, και δάγκανε τα μουστάκια του. Πίσω του, όρθια, η μητέρα μου έκλαιγε.

- Πατέρα, φώναξα, πάει η σταφίδα μας!

- Εμείς δεν πάμε, μου αποκρίθηκε, σώπα!

Ποτέ δεν ξέχασα τη στιγμή ετούτη, θαρρώ μου στάθηκε στις δύσκολες στιγμές της ζωής μου μεγάλο μάθημα. Αναθυμόμουν τον πατέρα μου ήσυχο, ασάλευτο, να στέκεται στο κατώφλι, μήτε βλαστημούσε μήτε παρακαλούσε μήτε έκλαιγε. Ασάλευτος κοίταζε τον όλεθρο κι έσωζε, μόνος αυτός, ανάμεσα σ’ όλους τους γειτόνους, την αξιοπρέπεια του ανθρώπου.