Το δαχτυλίδι χρονολογείται περίπου στο 1500–1400 π.Χ. και βρέθηκε κοντά στην Κνωσό, το 1928, σε περιοχή δίπλα στον λεγόμενο «Βασιλικό Τάφο – Ιερό». Είναι χρυσό σφραγιδόλιθο και πιθανότατα ανήκε σε πρόσωπο μεγάλης εξουσίας — ίσως ιερέα ή άρχοντα. �
heraklionmuseum.gr +1
Η παράσταση επάνω του είναι συγκλονιστική γιατί δείχνει σκηνές από τη μινωική λατρεία και τη σχέση των ανθρώπων με τη θεά της φύσης.
Στο κέντρο φαίνεται μια γυναικεία μορφή — πιθανόν θεότητα — καθισμένη σε υπερυψωμένο ιερό. Γύρω της υπάρχουν μορφές που χορεύουν ή τελούν ιεροτελεστία, ενώ δέντρα και κλαδιά παίζουν σημαντικό ρόλο. Οι Μινωίτες πίστευαν πως η θεότητα «φανερωνόταν» μέσα από τη φύση, ιδιαίτερα στα ιερά δέντρα. �
heraklionmuseum.gr +1
Ένα από τα πιο εντυπωσιακά στοιχεία είναι πως η θεά παρουσιάζεται:
στον ουρανό,
στη γη,
και στη θάλασσα μέσα σε πλοίο.
Αυτό συμβολίζει ότι κυριαρχεί σε όλο το σύμπαν — ουρανό, γη και θάλασσα. Οι αρχαιολόγοι θεωρούν τη σκηνή μοναδική στη μινωική τέχνη. �
Για χρόνια υπήρχαν αμφιβολίες αν ήταν αυθεντικό, επειδή η παράσταση ήταν υπερβολικά λεπτομερής και «μπροστά από την εποχή της». Τελικά όμως άλλα ευρήματα επιβεβαίωσαν ότι είναι γνήσιο και σήμερα θεωρείται αριστούργημα της μινωικής σφραγιδογλυφίας. �
heraklionmuseum.gr
Αν το κοιτάξει κανείς προσεκτικά, μοιάζει σχεδόν σαν μικρό θεατρικό έργο χαραγμένο πάνω σε χρυσό… Ένας ολόκληρος κόσμος πίστης, φύσης και τελετουργίας μέσα σε λίγα εκατοστά. ✨
Η Μάχη του Μάλεμε ήταν μία από τις τρεις κύριες μάχες που έλαβαν χώρα στη Μάχη της Κρήτης ενάντια στους Γερμανούς αλεξιπτωτιστές, ως μέρος της εκστρατείας των Ναζί στη Μεσόγειο το 1941 στη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Το συνολικό σχέδιο ήταν να κατακτηθεί η Κρήτη ως μέρος της επιχείρησης Ερμής, με Γερμανούς Αλεξιπτωτιστές να αποβιβάζονται σε τρεις κύριες περιοχές: Ηράκλειο, Μάλεμε και Ρέθυμνο. Η επιχείρηση βασίστηκε σε γερμανικά αερομεταφερόμενα στρατεύματα, τόσο αλεξιπτωτιστές όσο και σε στρατιωτικά ανεμόπτερα . Εξαιτίας ενός λάθους, και παρά το γεγονός ότι ήταν σε ανώτερη θέση, τα στρατεύματα της Νέας Ζηλανδίας εγκατέλειψαν έναν στρατηγικό λόφο αφήνοντάς τον στους Γερμανούς και στη συνέχεια έχασαν το αεροδρόμιο. Το αεροδρόμιο χρησιμοποιήθηκε στη συνέχεια από τους Γερμανούς για να μεταφέρουν περισσότερα στρατεύματα.
Μάχη του Μάλεμε
Χρονολογία
20 Μαΐου 1941
Τόπος
Μάλεμε ,Κρήτη ,Ελλάδα
Έκβαση
Γερμανική πύρρειος νίκη
Αντιμαχόμενοι
Βασίλειο της Ελλάδας
Ηνωμένο Βασίλειο
Dominion of New Zealand
Γερμανία
Ηγετικά πρόσωπα
Dominion of New Zealand αντισυνταγματάρχης Λέσλι Άντριου
Generalmajor Όιγκεν Μάιντλ
Δυνάμεις
~ (21ο, 22ο, 23ο τάγμα Πεζικού Νέας Ζηλανδίας. πλήρωμα εδάφους 30Sqn & 33Sqn Royal Air Force. Κρητικοί χωρικοί με αυτοσχέδια αγροτικά όπλα & Χωροφυλακή)
~ (ένα σύνταγμα πεζικού αλεξιπτωτιστών και το 100ο Ορεινό σύνταγμα που εμφανίζονται μετά την κατάληψη του αεροδρομίου)
Απώλειες
άγνωστες
άγνωστες
απο Βικιπαίδεια
PATRIS.GR
ΤΟ ΣΤΙΓΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
Οι 11 μέρες που συγκλόνισαν την Κρήτη και τους Γερμανούς!
Λευτέρης Συμβουλάκης
Τετάρτη, 20 Μαΐου 2026, 07:00
Από τις συγκλονιστικότερες μάχες που έχουν καταγραφεί στην ιστορία είναι η Μάχη της Κρήτης. Εκείνο το πρωινό εισέβαλλε ο πρώτος ναζί αλεξιπτωτιστής από θέση των Χανίων. Εκεί κάτι έγινε, ο Βρετανός αξιωματικός κάπως έχασε τον έλεγχο ή δεν μπορούσε να εμποδίσει πλέον την απειλή «εξ ουρανού».
Σε λίγο καιρό, άρχισαν οι δημεύσεις, οι ανατιμήσεις, η εξαθλίωση… Τον Ιούνιο, η οικονομική κατάσταση ήταν μια άλλη κατάσταση από εκείνη 30 ημέρες πριν.
Σφαγές, εκτελέσεις, βασανιστήρια καταγράφτηκαν σε όλους τους νομούς από το πρώτο κιόλας βράδυ που έπεσαν οι Γερμανοί.
Και οι Κρητικοί γενναίοι αντιστάθηκαν με ό,τι είχαν. Με τα κουμπούρια του ΄21, με τις μαγκούρες, τις πέτρες και, κυρίως, με την ψυχή τους!
Το σημείο εισόδου στην Κρήτη ήταν ο λόφος πάνω από το αεροδρόμιο του Μάλεμε που ζήτησαν από τον Βρετανό αξιωματικό να εγκαταλείψει και εγκατέλειψε. Εκεί πέφτει ο πρώτος αλεξιπτωτιστής, στον λόφο 107, με τον Φράιμπεργκ να αναφωνεί «στην ώρα τους». Ήταν 6 παρά τέταρτο το πρωί.
Αργότερα έπεσαν στο Ρέθυμνο και στις 4 το απόγευμα στο Ηράκλειο. Αλεξιπτωτιστές στο αεροδρόμιο, το Τσαλικάκι και σε άλλκες περιοχές. Οι Γερμανοί μπαίνουν από τα Τείχη στο Ηράκλειο και η Χανιώπορτα μετατρέπεται σε πραγματικό πεδίο μάχης για 9 μέρες, ενώ και μέσα στην πόλη δίδονται μάχες και σε μια εξ αυτών σκοτώνεται ο Τζουλάκης. Οι Κρητικοί αντιστάθηκαν και το ηθικό των Γερμανών «πόνεσε» να πολεμούν 11 μέρες, ενώ υπολόγιζαν ότι η κατάληψη θα γινόταν σε μία.
Ήταν οι 11 μέρες που συγκλόνισαν την Κρήτη, τους Γερμανούς και καταγράφτηκαν στην ιστορία ως άθλος!
Οι Γερμανοί είχαν τρεις αρχές, οι οποίες ήταν οι: α) ασύμμετρη απάντηση, β) η άρση της διάκρισης εμπολέμων και αμάχων και γ) η συλλογική ευθύνη.
Τα αντίποινα γίνονταν από στρατό σε στρατό. Δηλαδή, ο γερμανικός στρατός στον ελληνικό στρατό. Αλλά εδώ δεν υπήρχε στρατός, η V Μεραρχία δεν είχε επιστρέψει και, για τους Γερμανούς, ο στρατός που τους πολέμησε ήταν οι κάτοικοι της Κρήτης. Σε αυτούς, λοιπόν, επεφύλαξαν τα πιο σκληρά αντίποινα.
Ίσως ήταν προδιαγεγραμμένο το αποτέλεσμα, αλλά εδώ είναι που ο μελετητής της ιστορίας συγκλονίζεται. Ο απλός λαός της Κρήτης πίστευε στις δυνάμεις του, στη λεβεντιά του και στην ψυχή του, για να αντισταθεί και να γλιτώσει τον τόπο από άλλη μια σκλαβιά… Αυτή τη φορά ακόμη πιο αιμοσταγής! Μια σκλαβιά με εκκαθαρίσεις ανθρώπινων ζωών και με φυλετικά χαρακτηριστικά.
Η Μάχη της Κρήτης ήταν ο προπομπός της Αντίστασης που οργανώθηκε αργότερα για να παρακολουθεί και να πολεμά το «τέρας» ο λαός… Και οι Βρετανοί μπορεί να μην ήταν φίλοι, αλλά τότε ήταν οι αναγκαίοι σύμμαχοι που οι Κρητικοί αναζητούσαν.
Να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεώτεροι...
Ένα εξαιρετικό κείμενο από τον Νίκο Καζαντζάκη για την μάχη της Κρήτης.
Σοβαρό είναι το πρόσωπο της Κρήτης, πολυβασανισμένο. Μαδάρες γυμνές, τραχειές, αγέλαστες. Κοιτάζεις από το αεροπλάνο την Κρήτη ν’ απλώνεται στη θάλασσα και νιώθεις πώς αληθινά το νησί τούτο είναι γιοφύρι ανάμεσα στις τρεις τούτες μεγάλες Μοίρες. Για πρώτη φορά στην Ευρώπη πήδηξε κι’ έχτισε φωλιά στην Κρήτη το πεινασμένο αρπαχτικό πουλί πού το λέμε Πνεύμα. Άπλωσε τις φτερούγες του στο Κρητικό χώμα και γέννησε το μυστηριώδη, βουβό ακόμα, όλο ζωή, χάρη, κίνηση και λαμπρότητα, Κρητικό πολιτισμό.
Η Κρήτη έχει αληθινά κάτι το πανάρχαιο, το άγιο, το πικραμένο και περήφανο, που έχουν οι χαροκαμένες μάνες που γέννησαν παλικάρια. Έχει τόσο πολύ πολεμήσει κι υποφέρει η γης ετούτη, έχει τόσο πολύ συνηθίσει το θάνατο, που τον ξεφοβήθηκε πια και μπορεί να γελάει και να παίζει μαζί του.
Σαράντα μέρες γύριζα το περασμένο καλοκαίρι την Κρήτη, για να δω τα χωριά που γκρέμισαν κι έκαψαν οι βάρβαροι και τους άντρες και τις γυναίκες που τους έντυσαν τη μαύρη αρματωσιά του πένθους. Περίμενα ν’ ακούσω κλάματα και να δω χέρια ν’ απλώνονται να ζητούν την βοήθεια. Και βρήκα ανυπόταχτες, απαράδοτες ψυχές και κορμιά μισόγυμνα πεινασμένα Κι’ αλύγιστα.
Τι δύναμη και τι αντοχή είναι τούτη, συλλογιζόμουν, και πού βρίσκουν τα κορμιά τούτα τόση ψυχή; Και ποια ακριτική πνοή τους δίνει τόση αψηφισιά να παλεύουν με το θάνατο;
Ο Κρητικοί αλήθεια αγαπούν παράφορα τη ζωή και συνάμα ποτέ δεν φοβούνται το θάνατο. Μέσα από τα χαλασμένα χωριά που πέρασα, πάνω από τα νεοανοιγμένα μνήματα που δρασκέλισα, πίσω από τις κουβέντες που άκουσα, ακατάπαυτα διαπίστωσα τούτη τη μεγάλη δισυπόστατη παλικαριά: παράφορη αγάπη για τη ζωή και άφοβο αντίκρισμα του θανάτου.
Τούτος είναι και ο πρώτος πολύτιμος καρπός που γεύεται όποιος, τώρα που καπνίζουν ακόμα τα ερείπια κι είναι ακόμα νωπά τα αίματα στις πέτρες, περιοδεύει τα χωριά της Κρήτης.
Αδάμαστες ψυχές οι Κρητικοί, χιλιάδες τώρα χρόνια, παλεύουν στα κακοτράχαλα Κρητικά βουνά την πείνα, την γύμνια, τους βαρβάρους. Κι’ ούτε η μοίρα ούτε οι άνθρωποι μπόρεσαν ποτέ να τους κάμουν να σκύψουν το κεφάλι.
Οι Κρητικοί, όπως όλες οι γενναίες ψυχές, στην άκρα απελπισία βρίσκουν τη λύτρωση. Πολλοί Κρητικοί, μπροστά από τα τουφέκια των Γερμανών, τη στιγμή που θα τουφεκίζονταν, έβρισκαν τη γαλήνη, κι όχι μονάχα τη γαλήνη παρά και τη χαρά της αδάμαστης ψυχής που αναγαλλιάζει γιατί της δίνεται η ευκαιρία να δείξει την αρετή της. Πολλοί, την ύστερή τους στιγμή, μπροστά από το εχτελεστικό απόσπασμα, τραγουδούσαν μαντινάδες Κρητικές ή τον Εθνικό Ύμνο. Στα Χανιά, μέσα από το γκρεμισμένο σπίτι του, ένας γεροντάκος πρόβαλε και μας είπε:
– Ένα δάσκαλο, τον λέγαν Παπαδάκη, πήγαιναν να τον εκτελέσουν. Ένας μαθητής του τού λέει: γιατί να σκοτωθείς; Καλλίτερο είναι να φύγεις. Κι ο διδάσκαλος του αποκρίθηκε: Όχι! εγώ αυτό που τόσα χρόνια σας δίδασκα, τώρα θα το εφαρμόσω: θα πεθάνω για την πατρίδα.
Στην κρίσιμη αυτή στιγμή κι οι πιο σακάτες γίνουνταν ήρωες. Στις φοβερές φυλακές της Αγιάς, κοντά στα Χανιά, οι Γερμανοί διάλεξαν 42 παλικάρια (διάλεγαν πάντα τους καλύτερους) και πήγαιναν να τους σκοτώσουν. Στο δρόμο ένας σακάτης, καμπούρης, τους συνάντησε. Στάθηκε και φώναξε στους Γερμανούς: «Σκοτώστε με εμένα να γλυτώσει ένα παλικάρι».
– «Όχι, φύγε!» του είπαν εκείνοι. «Τότε σκοτώστε με και μένα, να γίνουν 43», φώναξε ό καμπούρης. Ντρέπουμαι να ζω εγώ ο σακάτης και να σκοτωθούν τούτοι οι λεβέντες».
Ανήμπορες γριές, γέροι σαράβαλα, σήκωναν την φωνή τους και μιλούσαν ατρόμητα στους Γερμανούς. Σ’ ένα ωραιότατο χωριό, στα Μεσκλά, μια γριά έκρυβε έξη μήνες, με κίνδυνο της ζωής της, δύο Εγγλέζους στο σπίτι της. Μια μέρα οι Γερμανοί τους έπιασαν. Η γριά τρέχει στον άγριο Γερμανό φρούραρχο, στάθηκε μπροστά του και του φώναξε:
– Να ξέρεις, Κομαντάντε, πως όλες οι μανάδες στον κόσμο πονούνε κι αυτός ο πόνος των μανάδων θα φάει την Γερμανία. Η Γερμανία θα χαθεί, βάνω την κεφαλή μου! Βάνεις στοίχημα Κομαντάντε; Εγώ βάνω την κεφαλή μου!
Στεκόταν απάνω σε μια πέτρα, απόξω από το καμένο σπίτι της η γριά τούτη και μας μιλούσε, με ορθό το κεφάλι, κουρελιασμένη σαν φάντασμα. Τι δύναμη λοιπόν έχει η ψυχή του ανθρώπου και πώς μπορεί να νικήσει το θάνατο, συλλογιζόμουν.
Άοπλοι, ανοργάνωτοι, χωρίς βοήθεια από κανένα, οι Κρητικοί από τα χωριά, από τα βουνά, κατέβαιναν στ’ ακρογιάλια, να υπερασπιστούν το νησί τους από τους άγριους, πάνοπλους αλεξιπτωτιστές που κατέβαιναν.
Στις 19 του Μάη 1941 σκοτείνιασε ο ουρανός της Κρήτης από τα γερμανικά αεροπλάνα, άρχισαν οι βομβαρδισμοί, οι πρώτοι αλεξιπτωτιστές έπεφταν στο αεροδρόμιο του Μάλεμε, κοντά στα Χανιά, ύστερα στο Ρέθυμνο, στο Ηράκλειο, παντού. Ένας γέρος, από ένα χωριουδάκι κοντά στο Μάλεμε, μας διηγάται:
– Ευτύς ως είδαμε τ’ αεροπλάνα, φωνάζαμε: Απάνω τους, μωρέ παιδιά! Πήραμε τ’ άρματα και χυθήκαμε.
– Ποια άρματα; ρώτησα. Είχατε άρματα;
– Πώς δεν είχαμε; μού αποκρίθηκε. Άλλοι είχαν παλιές καραμπίνες, άλλοι μαχαίρες κι όλοι είχαν ραβδιά. Την ώρα που έπεφτε ένας «ουρανίτης» ήταν ακόμα ζαλισμένος και μεις χιμούσαμε απάνω του, τον σκοτώναμε με τα ραβδιά, με τις μαχαίρες, τον ξαρματώναμε και σιγά - σιγά γέμιζε και μας η φούχτα μας πολυβόλο και περίστροφο.
Οι Γερμανοί είχαν ορίσει να πάρουν την Κρήτη σε 24 ώρες. Η παραμικρή αργοπορία θα τους ήταν θανάσιμη. Ήξεραν πως οι Κρητικοί ήταν άοπλοι, πως όλοι οι νέοι ήταν επιστρατευμένοι και βρίσκονταν ακόμη στην Ελλάδα και πως οι Άγγλοι μήτε στρατό αρκετό είχαν μήτε αεροπλάνα. Ήταν λοιπόν σίγουροι πως σε 24 ώρες θα παίρναν την Κρήτη. Έκαμαν 8 μέρες. Έξη χιλιάδες αλεξιπτωτιστές σκοτώθηκαν από τα ραβδιά και τις μαχαίρες. Ένας Κρητικός χωριάτης, όταν μ’ είδε να ξαφνιάζομαι για την παλικαριά και την αυτοθυσία αυτών των Κρητικών, μου είπε τα καταπληχτικά τούτα λόγια:
– Γιατί παραξενεύεσαι; Εμείς ξέραμε πως γράφαμε Ιστορία!
Δεν ξέρω αν υπάρχει στον κόσμο μια άλλη χώρα, όπου οι χωρικοί να βλέπουν τον πόνο, τη θυσία, την ατομική τους καταστροφή από τόσο ύψος. Ήξερε ο Κρητικός αυτός χωριάτης πως υπάρχει στον κόσμο τούτο ένα αγαθό ανώτερο από τη ζωή και πως για το αγαθό αυτό πάλεψε και θυσιάστηκε όλη η ράτσα μας και πρέπει τώρα κι αυτός, ο Κρητικός χωριάτης, να παλέψει και να θυσιαστεί, και το αγαθό αυτό λέγεται Ιστορία, δηλαδή υστεροφημία, δηλαδή αθανασία.
Πιστεύουν στο αγαθό αυτό οι Κρητικοί, όπως πιστεύουν στην ελευθερία. Πολεμούν, ξέροντας πως αν δεν μείνει τ’ όνομά τους, θα μείνει και θα ζήσει το έργο τους. Και τώρα πού κανείς δε φαίνεται να θυμάται πως η Κρήτη έσωσε τον συμμαχικόν αγώνα στην Εγγύς Ανατολή και πως επέδρασε οριστικά στην πορεία του παγκοσμίου πολέμου, και τώρα πού οι ξένοι δεν φαίνονται να θυμούνται τη θυσία και την εποποιΐα της Κρήτης, οι Κρητικοί δεν έχασαν το θάρρος τους και την πίστη τους. Άστεγοι, πεινασμένοι, αδικημένοι, στέκουνται μέσα στα χαλάσματα των σπιτιών τους και δε μιλούν. Σφίγγουν, βλέπετε, το χρέος τους και τα καλά παλικάρια δεν προσμένουν αμοιβή. Η Ιστορία θα τους κρίνει κάποτε. Και θα πει τότε για την περηφάνια τους και την παλικαριά τους — και θα τους προβάλει τότε σαν παράδειγμα ηρωισμού και αυταπάρνησης σ’ όλους τους μεγάλους και τους ζωντανούς αυριανούς λαούς.
– Δεν έχουμε ένα σκαμνί να σε βάλουμε να καθίσεις, δεν έχουμε ένα ποτήρι να σου δώσουμε νερό, δεν έχουμε κομμάτι ψωμί, αν πεινάς, δεν έχουμε τίποτα, τίποτα! Όλα μας τα κάψαν και μας τα πήραν οι Γερμανοί. Έτσι μου λέγαν κάτω από ένα πλάτανο στη μέση του γκρεμισμένου χωριού, οι μαυροφόρες πού ξεπρόβαλαν από τα χαλάσματα.
Δεν έχουμε μήτε και άντρες να κουβεντιάσουν μαζί σου! Να, μόνο τούτα τ’ αρσενικά απομείναν, είπε μια χλωμή γυναικούλα δείχνοντάς μου δυο τρία μωρά που βύζαιναν στον κόρφο τους οι μανάδες.
– Φτάνουν αυτά για μαγιά! φώναξε μια γριά. Τα ίδια δεν πάθαμε και στην επανάσταση του 66; Εγώ ήμουν μικρή, μα θυμούμαι. Δυο τρία μωρά είχαν πάλι απομείνει κι’ από αυτά αναπιάστηκε πάλι όλο το χωριό. Μη φοβάστε, μωρέ γυναίκες, είπε, γυρίζοντας στις μαυροφόρες που σώπαιναν, μη φοβάστε, μαγιά πάντα απομένει!
Τα περισσότερα χωριά στην Κρήτη χάθηκαν, οι περισσότεροι άντρες σκοτώθηκαν γιατί φιλοξενούσαν Άγγλους. Σ’ ένα χωριό, τα Μεσκλά, είδα μια μάνα που της είχαν σκοτώσει τους δυο γιούς της, γιατί είχε σπίτι της κι έκρυβε 8 μήνες δύο Άγγλους στρατιώτες. Το μάθαν οι Γερμανοί κι ήρθαν, της έκαψαν το σπίτι, της σκότωσαν τους γιούς της, και τώρα στέκουνταν απόξω από τα χαλάσματα λιγνή χαροκαμένη, με μάτια όλο φλόγα, και μου μιλούσε:
– Το ίδιο βράδυ που σκότωσαν τους γιούς μου πέρασαν, νύχτα βαθειά, δυο Εγγλέζοι που τους κυνηγούσαν οι σκύλοι οι Γερμανοί. Κάπνιζε ακόμη το σπίτι μου, μα εγώ είχα τρυπώξει σε μία γωνιά και έκλαιγα. Με άκουσαν οι Εγγλέζοι, ζύγωσαν.
– Ψωμί! μου φώναζαν, ψωμί! Οι χωριανοί μου είχαν δώσει μια κουλούρα κριθαρόψωμο, μα εγώ δεν είχα όρεξη να φάω, δεν κατέβαινε η μπουκιά από το λαιμό μου. Τους έδωκα το ψωμί. Κρύωναν τούς έδωκα και μια κουβέρτα, που μου είχαν δώσει βγήκα από τη γωνιά τους έβαλα να κοιμηθούν.
– Γιατί τάκαμες όλα αυτά; ρώτησα. Οι Εγγλέζοι δε φταίγαν που σκότωσαν τους γιούς σου;
– Το καμα, αποκρίθηκε, γιατί είχαν κι αυτοί μανάδες, και κατέχω ίντα θα πει πόνος τής μάνας.
Ανθρωπιά μεγάλη είναι τούτη• η μεγάλη ψυχή νικάει τον πόνο το ατομικό και τον πιο φοβερό: άκουγα τη γριά και τα μάτια μου βούρκωναν. Οι δυσκολίες και οι τραχύτητες της ζωής δε λυγίζουν την Κρητική ψυχή. Αντίθετα την πυρώνουν και την δυναμώνουν. Ζόρικη, αβόλευτη, τραχιά είναι η γη της Κρήτης. Κι’ όταν τα βουνά της κι οι θάλασσες ή οι ψυχές που πλάστηκαν από τέτοιους βράχους και τέτοιαν αρμύρα δεν σου επιτρέπουν ούτε στιγμή να βολευτείς, να γλυκαθείς, να πεις: Φτάνει! τότε η Κρήτη έχει κάτι το απάνθρωπο• δεν ξέρω πια αν αγαπάει ή αν μισεί τα παιδιά της• ένα μονάχα ξέρω: ότι τα μαστιγώνει ως το αίμα.
Υπάρχει και κάτι άλλο όμως στην Κρήτη. Υπάρχει κάποια φλόγα — ας την πούμε ψυχή — κάτι πιο πάνω απ’ τη ζωή κι απ’ το θάνατο, πού είναι δύσκολο να το ορίσεις. Υπάρχει αυτή η περηφάνια, το πείσμα, κάτι άλλο, ανέκφραστο κι’ αστάθμητο, που σε κάνει να χαίρεσαι που είσαι άνθρωπος. Να χαίρεσαι, μα και συνάμα σου δίνει μεγάλη ευθύνη. Γιατί ενώ νιώθει πως έχεις χρέος να κάμεις ό,τι μπορείς, για να σώσεις αυτό το λαό, εκείνος βλέπει την προσπάθειά σου με ειρωνεία και περιφρόνηση. Δεν έχει την ανάγκη κανενός για να σωθεί. Σώζει, δεν σώζεται. — Ένα μονάχα σου μένει τότε: να δοκιμάσεις να γίνεις άξιος αυτού του λαού, να κερδίσεις τη δύναμη της δικής του ψυχής, που ποτέ δεν καταδέχτηκε ν’ απατήσει τον εαυτό της ή τούς άλλους και που πάντα τολμάει ν’ αντικρύζει, πρόσωπο με πρόσωπο, τη θεά εκείνη που δεν κάνει χατίρια και δεν κάθεται στα πόδια κανενός: την αγέλαστη κι’ αδάκρυτη θεά, την ευθύνη.
«Χίτλερ να μη το καυχηθείς πως πάτησες την Κρήτη. Ξαρμάτωτη την ήβρηκες και λείπαν τα παιδιά της»…
Αυτοί είναι οι πρώτοι στίχοι, ίσως του πιο γνωστού ριζίτικου τραγουδιού που αναφέρεται στη πολυθρύλητη Μάχη της Κρήτης.
Μαγικό ήταν εκείνο το πανόραμα με τους ανεμόμυλους στο κάμπο του Λασιθιού μέσα στον κατάσπαρτο και εύφορο αυτό κάμπο .
Χιλιάδες ήταν αυτοί οι ανεμόμυλοι άλλοι ψηλοί και περήφανοι και άλλοι κοντακινοί και ταπεινοί αλλά όλοι τους όμως ήταν πιστοί υπηρέτες στο χρέος τους.
Σαν άρχιζε το δροσερό αέρινο μελτεμάκι όλοι οι μύλοι του κάμπου που είχαν απλωμένα τα πανιά τους ξεκινούσαν τον δικό τους όμορφο χορό .
Έβαζαν μπροστά τον δικό τους υπηρέτη τον άνεμο να φουσκώνει τα ολόλευκα πανιά τους και μετά να τα κινεί αλλά αντί να σηκώνουν τον κάμπο στον αέρα έκαναν κάτι ακόμα πιο ωραίο και πολύτιμο.
Ανέβαζαν με την κίνηση που έδιναν τα φουσκωμένα τους πανιά μέσα από την καρδιά της γης δροσερό νερό που βρίσκονταν μέσα στο πηγάδι του κάθε μύλου.
Μαθήματα εργατικότητας έδιδαν αυτοί οι μύλοι και οι στόχοι τους ήταν πραγματικοί , πρακτικοί, χρήσιμοι και ωφέλιμοι και όχι πεταμένα τρελά και ανώφελα έργα.
Τι παράδειγμα έδιναν αυτοί οι ανεμόμυλοι θα πεις ;;;;
Έκαναν αυτό που χρειαζόταν ακριβώς ο Άνθρωπος στην ζωή του, τον πότιζαν και τον τάϊζαν με το έργο τους πάντα με σεβασμό και αρμονία προς την φύση .
Αυτό έκαναν για πολλά, πολλά χρόνια , σχεδόν εκατό χρόνια . Ακούραστοι σύντροφοι στην ζωή και τον αγώνα ζωής των Λασιθιωτών , σύμβολα Ειρήνης και ομορφιάς που έσβησαν και έμειναν μόνο σαν ένα μαγικό όνειρο στην σκέψη όσων γνώρισαν η βίωσαν το έργο τους. Nikolaos Foykarakis
Τον Μάιο του 1941, η γη της Κρήτης έγινε σύμβολο γενναιότητας και ελευθερίας.
Άνθρωποι απλοί — Κρητικοί, στρατιώτες, γυναίκες, ηλικιωμένοι και νέοι — στάθηκαν απέναντι στις δυνάμεις της εισβολής με θάρρος που έγραψε ιστορία.
Δίπλα στους Έλληνες πολέμησαν Βρετανοί, Αυστραλοί και Νεοζηλανδοί σύμμαχοι, αφήνοντας πολλοί από αυτούς την τελευταία τους πνοή στο κρητικό χώμα.
Η Μάχη της Κρήτης δεν ήταν μόνο μια πολεμική σύγκρουση. Ήταν μάθημα αξιοπρέπειας, αντίστασης και αγάπης για την ελευθερία.
Σκύβουμε με σεβασμό στη μνήμη όλων όσοι θυσιάστηκαν.
Η Κρήτη δεν ξέχασε ποτέ.
Και δεν θα ξεχάσει.
«Ήταν μια χούφτα άνθρωποι απέναντι στον φόβο —
και διάλεξαν την ελευθερία.»
Αυτό είναι το Μνημείο της Μάχης της Κρήτης στο Ηράκλειο Κρήτης, στο Πάρκο Γεωργιάδη, κοντά στην Πλατεία Ελευθερίας. Είναι αφιερωμένο στους Έλληνες, Βρετανούς, Αυστραλούς και Νεοζηλανδούς που πολέμησαν και σκοτώθηκαν στη Μάχη της Κρήτης το 1941. �
urbancrete.gr +1
Οι σημαίες που φαίνονται πίσω από το μνημείο είναι ακριβώς των συμμάχων χωρών που συμμετείχαν στη μάχη.
Πολύ επιβλητικό μνημείο — ειδικά από κοντά, με τις μορφές της Ελλάδας και της φτερωτής Νίκης στην κορυφή.
Και η επιγραφή επάνω γράφει ουσιαστικά έναν φόρο τιμής στους συμμάχους που θυσιάστηκαν «υπέρ της κοινής ελευθερίας». 🌿
φωτο απο δθαφικτυο Pachiadakis
Τιμούμε τη Μάχη της Κρητης
(20 Μαΐου – 1 Ιουνίου 1941)
Η ΜΑΧΗ της ΚΡΗΤΗΣ αφορά στα πολεμικά γεγονότα του Β΄Παγκοσμίου πολέμου που έλαβαν χώρα στη Μεγαλόνησο .
Μια από τις πιο συγκλονιστικές και ηρωικές στιγμές της σύγχρονης ιστορίας μας.
Για πρώτη φορά, ένα ολόκληρο νησί βρέθηκε αντιμέτωπο με μαζική αεραπόβαση και σκληρή εισβολή, όμως δεν λύγισε.
Η Μάχη της Κρήτης, όπως πέρασε στην ιστορία, ξεκίνησε τα ξημερώματα της Τρίτης 20 Μαΐου 1941 ,διήρκεσε σχεδόν 10 ημέρες
και ολοκληρώθηκε την Πέμπτη 29 Μαΐου με την κατάληψη του νησιού, που σήμανε βέβαια την έναρξη του περίφημου αντιστασιακού κινήματος από τη μια άκρη του νησιού έως την άλλη, αλλά παράλληλα τις μεγάλες θυσίες στον απελευθερωτικό αγώνα με τις εκατόμβες νεκρών.Ο Κρητικός λαός, μαζί με Έλληνες και συμμαχικές δυνάμεις, στάθηκε με γενναιότητα, πίστη και αυτοθυσία απεναντι στους κατσκτητές.Άνδρες και γυναίκες, ακόμη και χωρίς στρατιωτικό εξοπλισμό, υπερασπίστηκαν τα χωριά και τη γη τους με ό,τι είχαν.
Η αντίσταση της Κρήτης έγινε σύμβολο θάρρους και αξιοπρέπειας απέναντι σε μια υπέρτερη δύναμη και
διέψευσε το γερμανικό σχέδιο «Ερμής» που προέβλεπε την κατάκτηση της Κρήτης μέσα σε μερικές ώρες.
Οι Γερμανοί ήθελαν το νησί εξαιτίας της στρατηγικής του θέσης, προκειμένου να μπορούν στη συνέχεια να οργανώσουν επιθέσεις στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.
Τα πράγματα όμως δεν ήλθαν όπως πίστευαν. Το σχέδιο της ταχείας κατάληψης της Μεγαλονήσου δεν πέτυχε. Μπορεί στο νησί να υπήρχαν μόνο 30.000 συμμαχικές δυνάμεις και οκτώ τάγματα ανεκπαίδευτων ακόμη για πόλεμο Ελλήνων νεοσυλλέκτων, που μεταφέρθηκαν από την Τρίπολη και το Ναύπλιο, όμως υπήρχαν άνθρωποι με καρδιά, που είχαν μάθει να μάχονται, να διεκδικούν και να υπερασπίζονται την ελευθερία τους.
Οι Κρήτες, άλλωστε μόλις πριν από 43 χρόνια είχαν διώξει τον προηγούμενο δυνάστη.
Έτσι, η ψυχή των άοπλων κατοίκων τα ‘βαλε με την πιο παράδοξη μάχη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Στην Κρήτη έσβησε η περηφάνια του Χίτλερ, το επίλεκτο σώμα των αλεξιπτωτιστών, κι εδώ άλλαξε η πορεία του πολέμου, καθώς η 10ήμερη μάχη καθυστέρησε τους Γερμανούς να εισβάλουν στη Σοβιετική Ένωση.
Ο Τσώρτσιλ αναφέρει στα απομνημονεύματά του ότι ο Χίτλερ σπατάλησε άδικα τις δυνάμεις του στην Κρήτη, ενώ θα μπορούσε να κατακτήσει Κύπρο, Συρία, Ιράκ, ίσως και Περσία. Και μάλιστα κατέστρεψε το επίλεκτο σώμα των αλεξιπτωτιστών.
Ο Χίτλερ ομολόγησε αμέσως μετά ότι «η Κρήτη απέδειξε πως οι μεγάλες ημέρες των αλεξιπτωτιστών τελείωσαν»!
Δεν ήταν μόνο μια μάχη· ήταν μια μαρτυρία ψυχής και ενότητας.
Οι θυσίες εκείνων των ημερών μας υπενθυμίζουν ότι η ελευθερία κατακτιέται με αίμα, πίστη και αγάπη για την πατρίδα.
Η Μάχη της Κρήτης έχει ξεφύγει πλέον από τα όρια της τοπικής ιστορίας και αποτελεί χρυσή σελίδα στην παγκόσμια ιστορία.
Αιωνία η μνήμη των ηρώων. 🇬🇷
«Η Αρετή της Σπιναλόγκας»
Σπιναλόγκα, 1954. Χειμώνας.
Τη φώναζαν Αρετή. Δεν ήταν το όνομά της. Το διάλεξε μόνη της όταν πάτησε το νησί.
«Αν θα ζήσω εδώ», είπε στον βαρκάρη που την άφησε στην αποβάθρα, «θα έχω τουλάχιστον ένα όνομα που να μου θυμίζει ποια θέλω να είμαι.»
Ήταν 24 χρονών. Δασκάλα από τη Νεάπολη Λασιθίου.
Με μαλλιά κορακί και χέρια που μύριζαν κιμωλία.
Μέχρι που μια μέρα είδε μια άσπρη κηλίδα στον καρπό.
Λέπρα. Ο νόμος ήταν νόμος.
Μέσα σε μια νύχτα, από την τάξη στο καΐκι. Από την Κρήτη στη Σπιναλόγκα.
Την πρώτη μέρα δεν έκλαψε.
Κοίταξε τα βενετσιάνικα τείχη. Κοίταξε τα σπίτια με τις μισόκλειστες πόρτες. Κοίταξε τη θάλασσα που τη χώριζε από τη ζωή.
Και είπε: «Εντάξει. Αν είναι να πεθάνω εδώ, θα πεθάνω όρθια.»
Η Σπιναλόγκα δεν ήταν μόνο θάνατος.
Ήταν χωριό. Με καφενείο. Με μπακάλη. Με εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονα.
Με ανθρώπους που μάθαιναν να ζουν απ’ την αρχή.
Γιατί ο λεπρός δεν πεθαίνει μόνο από την αρρώστια. Πεθαίνει από τη λήθη.
Η Αρετή άνοιξε σχολείο.
Στο σπίτι της, με ασβεστωμένους τοίχους.
Μάζεψε τα παιδιά του νησιού. Τα παιδιά που γεννήθηκαν εκεί. Τα παιδιά των λεπρών.
«Ο κόσμος σας φοβάται», τους έλεγε. «Γι’ αυτό εσείς να μην φοβηθείτε ποτέ τα γράμματα.
Η αμάθεια είναι χειρότερη από τη λέπρα.»
Έγραφε στην πλάκα με το χέρι της. Τα δάχτυλά της είχαν αρχίσει να στραβώνουν.
Κάθε γράμμα πονούσε. Κάθε «Α» ήταν μια νίκη.
Τα παιδιά τη φώναζαν «κυρά-Αρετή».
Οι μεγάλοι τη φώναζαν «η Δασκάλα».
1957. Ήρθε το φάρμακο. Η σουλφόνη.
Η Σπιναλόγκα άρχισε να αδειάζει.
Ένας-ένας, έπαιρναν το καΐκι για την Ελούντα. Για την ελευθερία.
«Φεύγεις, Αρετή;» τη ρώτησε ο παπάς.
Κοίταξε τα χέρια της. Στραβά. Σημαδεμένα.
Κοίταξε τα παιδιά. 12 ψυχές που δεν είχαν πάει ποτέ απέναντι.
«Όχι ακόμα, παπά μου. Ποιος θα τους μάθει προπαίδεια;»
Έμεινε 3 χρόνια παραπάνω. Μέχρι να μάθει και ο τελευταίος μαθητής να διαβάζει.
Μέχρι να κλείσει το τετράδιο και να πει: «Τώρα μπορείτε να φύγετε. Ο κόσμος δεν θα σας φοβηθεί αν ξέρετε γράμματα.»
1960. Τελευταίο καΐκι.
Η Αρετή, 30 χρονών, πάτησε στην Ελούντα.
Τα μαλλιά της είχαν ασπρίσει στους κροτάφους. Όχι από γηρατειά. Από νύχτες που άλλαζε τις γάζες των παιδιών. Από φόβο μην πεθάνει πριν τα μάθει.
Κανείς δεν την περίμενε. Η μάνα της είχε πεθάνει. Ο αρραβωνιαστικός της είχε παντρευτεί.
Η λέπρα είχε γιατρευτεί. Η μοναξιά όχι.
Πήγε στη Νεάπολη. Δεν τη γνώρισε κανείς.
Έπιασε δουλειά σε ένα ραφείο. Έραβε με τα στραβά της δάχτυλα.
Ποτέ δεν είπε πού ήταν 6 χρόνια.
Μόνο όταν τη ρωτούσαν γιατί δεν παντρεύτηκε, χαμογελούσε:
«Είχα πολλά παιδιά να μεγαλώσω. Δεν πρόλαβα.»
2004. Ελούντα. Ένα πούλμαν με τουρίστες.
Ένας γιατρός, 60 χρονών, από την Αθήνα, ακούει τον ξεναγό να λέει για τη Σπιναλόγκα.
Κατεβαίνει. Ψάχνει. Ρωτάει.
Βρίσκει τη Αρετή σε ένα γηροκομείο. 84 χρονών.
Γονατίζει μπροστά της.
«Κυρά-Αρετή… δεν με θυμάσαι; Είμαι ο Μανωλάκης. Μου έμαθες το “αλφα” στη Σπιναλόγκα.
Έγινα γιατρός εξαιτίας σου.
Ήρθα να σε πάρω σπίτι μου. Να σε φροντίσω εγώ τώρα.»
Η Αρετή τον κοίταξε. Τα μάτια της θολά. Τα χέρια της τρέμουν.
Και για πρώτη φορά μετά από 50 χρόνια, έκλαψε.
Όχι από τη λέπρα.
Από την αρετή.
Η Σπιναλόγκα έκλεισε το 1957.
Αλλά η Αρετή έμεινε μέχρι το 1960.
Γιατί μερικοί άνθρωποι διαλέγουν να είναι φάροι.
Να καίγονται μόνοι τους, για να βλέπουν οι άλλοι πού είναι η στεριά.
Τα μαλλιά της άσπρισαν στα 30. Όπως της Μαίρης Λιόβα.
Όχι από στρατόπεδο. Από νησί.
Όχι από Γερμανούς. Από αρρώστια.
Αλλά η θυσία είναι ίδια.
Και η αξιοπρέπεια δεν έχει λέπρα.
Ποτέ ξανά, ποτέ.
Ποτέ ξανά νησιά για αρρώστους.
Ποτέ ξανά φόβος για το διαφορετικό.
Ποτέ ξανά λήθη για όσους έμειναν πίσω να διδάξουν.
Πηγή : Ομφαλός της γης ΙΙ
Το Ροζ Μαξιλάρι — Κρήτη, Μάης 1937
Το χωριό σκαρφαλωμένο στις ρίζες του Ψηλορείτη. Ασβεστόχτιστα σπίτια, ελιές ασημιές, και ο αέρας να μυρίζει θυμάρι και θάλασσα. Μάης. Τα χωράφια ήταν γεμάτα σούλα — εκείνο το άγριο τριφύλλι που ανέβασες. Ροζ-μωβ, με ασημί χνούδι. Όταν φυσούσε, τα χωράφια έμοιαζαν με θάλασσα στο δειλινό.
Η Κυρά-Αργυρώ, 60 χρονών. Χήρα. Μαυροφορεμένη από τα 25 της. Το πρόσωπό της σαν χάρτης της Κρήτης — βαθιές χαρακιές από ήλιο, αέρα, και δάκρυα. Ήξερε όλα τα βότανα, όλες τις βαφές, όλα τα γιατρικά.
Η Ελένη, 18 χρονών. Εγγονή της. Θα παντρευόταν τον Σεπτέμβρη. Ο γαμπρός, βοσκός στα Αστερούσια. Της είχε φέρει δαχτυλίδι ασημένιο.
Η προίκα: Δύο κασέλες. Σεντόνια, πετσέτες, φλοκάτες. Μα έλειπε το πιο σημαντικό — τα μαξιλάρια.
Μάης, στο χωράφι.
«Σήκω, Ελένη,» είπε η Αργυρώ χαράματα. «Πάμε για σούλα.»
Πήραν τα δρεπάνια και κατέβηκαν. Το χωράφι ήταν ροζ. Χιλιάδες λουλούδια, σαν να είχε χιονίσει ροζ.
«Γιατί τη μαζεύουμε, γιαγιά; Δεν τρώγεται,» ρώτησε η Ελένη.
Η Αργυρώ χαμογέλασε. Πρώτη φορά την έβλεπε να χαμογελάει. «Γιατί από αυτήν θα φτιάξουμε τον ύπνο σου.»
Έκοβαν μέχρι το μεσημέρι. Τα χέρια τους έγιναν ροζ από τη γύρη. Τα μανίκια, τα ποδιά, όλα. Γύρισαν φορτωμένες.
Το βράδυ, στην αυλή.
Η Αργυρώ είχε το καζάνι στη φωτιά. Έριξε μέσα τη σούλα. Το νερό έγινε μωβ-ροζ, σαν κρασί. Το σπίτι μύρισε άνοιξη.
«Φέρε το πλουμί,» είπε.
Η Ελένη έφερε το καλάθι. Λευκό πλουμί, μαζεμένο από τον Ιούλιο. Αφράτο σαν σύννεφο.
Η Αργυρώ το βούτηξε στο καζάνι. Το ανακάτεψε με ξύλο. Έλεγε και μια ευχή, σιγανά:
«Να ‘ναι ροζ ο ύπνος της. Να ‘ναι γλυκά τα όνειρα. Να ‘ναι χρωματιστή η ζωή που της έδωσα μαύρη.»
Όταν το έβγαλε, ήταν αυτό. Dusty rose. Μωβ του δειλινού. Με ασημί άκρες. Σαν το λουλούδι. Σαν το χωράφι.
Η Ελένη έβαλε τα χέρια της μέσα. Ήταν ζεστό, μαλακό, ζωντανό.
«Γιαγιά,» ψιθύρισε. «Είναι το πιο όμορφο πράγμα που είδα.»
«Είναι η Κρήτη, κόρη μου. Η Κρήτη βάφει ακόμα και τα πούπουλα.»
Ιούλης, το γέμισμα.
Έραβαν τα μαξιλάρια. Δύο μεγάλα, για την προίκα. Η Αργυρώ έβαζε το ροζ πλουμί μέσα, χούφτα-χούφτα.
«Ξέρεις γιατί το βάφω, Ελένη;» ρώτησε.
«Όχι.»
«Γιατί όταν παντρεύτηκα εγώ, το 1895, κοιμήθηκα σε άσπρο μαξιλάρι. Άσπρο σαν το σάβανο. Και η ζωή μου βγήκε άσπρη — χωρίς χρώμα. Πόλεμοι, φτώχεια, χηρεία. Εσύ να κοιμάσαι στα ροζ. Να ξεγελάσεις τη μοίρα.»
Η Ελένη έκλαψε. Πρώτη φορά έβλεπε τη γιαγιά να μιλάει για τον εαυτό της.
Σεπτέμβρης, ο γάμος.
Η προίκα φορτώθηκε στα μουλάρια. Καραβάνι για το σπίτι του γαμπρού. Πάνω-πάνω, τα δύο ροζ μαξιλάρια. Όλο το χωριό βγήκε να τα δει.
«Τι χρώμα είναι αυτό, Αργυρώ;» ρώτησαν οι γυναίκες.
«Είναι το χρώμα της σούλας. Είναι το χρώμα της Κρήτης τον Μάη. Είναι το χρώμα που δίνω στην εγγονή μου, γιατί εγώ δεν το είχα.»
Το βράδυ, στο νέο της σπίτι, η Ελένη έπεσε στο μαξιλάρι. Μύριζε σούλα, μύριζε ήλιο, μύριζε γιαγιά. Κοιμήθηκε και είδε όνειρο: Ένα χωράφι ροζ, και τη γιαγιά νέα, 20 χρονών, να τρέχει μέσα με λυμένα μαλλιά.
Σήμερα, 2026.
Τα μαξιλάρια χάθηκαν. Το σπίτι γκρεμίστηκε. Η Ελένη πέθανε 95 χρονών, το 2014.
Μα κάθε Μάη, στα χωράφια της Κρήτης, η σούλα ανθίζει. Ροζ, μωβ, με ασημί χνούδι.
Κι αν σκύψεις και την μυρίσεις, θα σου πει την ιστορία.
Για μια γιαγιά που έκλεψε χρώμα από το λουλούδι, για να το δώσει στην εγγονή της.
Γιατί στην Κρήτη, ακόμα και η φτώχεια βάφεται.
Και ο ύπνος, μερικές φορές, είναι ροζ.
Πηγή Ομφαλός της γης ΙΙ
Φέτος συμπληρώνονται 129 χρόνια από την Κρητική επανάσταση του 1897, η οποία ώθησε την οθωμανική Κρήτη να γίνει αυτόνομο κράτος και, τελικά, οδήγησε στην προσάρτησή της από την Ελλάδα το 1913. Η επανάσταση προκάλεσε μαζική μετανάστευση της κρητικής μουσουλμανικής κοινότητας σε άλλα μέρη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η συντριπτική πλειοψηφία των Κρητικών Μουσουλμάνων ήταν ιθαγενείς Κρητικοί, των οποίων οι οικογένειες είχαν ασπαστεί τον Χριστιανισμό στο Ισλάμ στα μέσα του δέκατου έβδομου αιώνα μετά την οθωμανική κατάκτηση του νησιού. Οι Κρητικοί Μουσουλμάνοι, ως επί το πλείστον, μιλούσαν μόνο ελληνικά και δεν είχαν πάει ποτέ σε άλλα μέρη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η απόφαση να εγκαταλείψουν το νησί ήταν μια συντριπτική απώλεια πατρίδας και ξεχωριστής πολιτιστικής κληρονομιάς. Όπως ισχυρίζεται ο Davide Rodogno , η κρητική μετανάστευση προμήνυε την ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας κατά τη δεκαετία του 1920.
Τα κρητικά ζητήματα ήταν ενδεικτικά του ευρύτερου «Ανατολικού Ζητήματος», που άφησε πίσω του η παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ο ανταγωνισμός μεταξύ των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων και των εθνικιστικών ομάδων στα Βαλκάνια για την απόκτηση οθωμανικών εδαφών για πολιτικά οφέλη. Για πολλούς, το «Ανατολικό Ζήτημα» ήταν επίσης ο κώδικας για τη διακυβέρνηση των Χριστιανών πολιτών της από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το ευρωπαϊκό κοινό είδε τα γεγονότα στην Κρήτη ως υπενθύμιση των ανθρωπιστικών αποτυχιών των Μεγάλων Δυνάμεων στις αρμενικές περιοχές της Ανατολίας το 1894-96. Στη λαϊκή φαντασία, η Κρήτη έγινε επίσης ένας αγώνας τύπου σταυροφορίας μεταξύ των «καταπιεσμένων» Χριστιανών Κρητικών και της «καταπιεστικής» μουσουλμανικής οθωμανικής κυβέρνησης, η οποία περιελάμβανε τους μουσουλμάνους Κρητικούς - θέτοντας έτσι το πολιτικό σκηνικό για μια μουσουλμανική έξοδο.
Τον Ιανουάριο του 1897, εξεγέρσεις εξαπλώθηκαν σε όλη την Κρήτη, καθώς Κρητικοί Χριστιανοί επαναστάτες επαναστάτησαν κατά της τουρκικής κυριαρχίας με την ελπίδα να προωθήσουν τον στόχο τους για ένωση με την Ελλάδα. Ευρωπαϊκά πολεμικά πλοία και στρατεύματα στάλθηκαν από τις κυβερνήσεις τους στην Κρήτη για να αποκαταστήσουν την τάξη. Οι πολιτικές φιλοδοξίες των Χριστιανών επαναστατών οδήγησαν σε βίαιες μάχες με τους Μουσουλμάνους ομολόγους τους. Και οι δύο ομάδες διέπραξαν βίαιες πράξεις η μία εναντίον της άλλης. Λόγω των θρησκευτικών συγκρούσεων, πολλοί Μουσουλμάνοι κατέφυγαν στην ασφάλεια των παράκτιων πόλεων Χανίων, Ρεθύμνου και Χάνδακα για να προστατευτούν από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις. Η μεγαλύτερη μετανάστευση στις παράκτιες πόλεις έγινε στον Χάνδακα υπό τον έλεγχο των βρετανικών δυνάμεων, καθώς οι Μουσουλμάνοι πρόσφυγες εγκατέλειψαν τα σπίτια τους στις εσωτερικές επαρχίες. Σε διπλωματική αλληλογραφία με ημερομηνία 17 Απριλίου 1897 με τον Λόρδο Σέιλσμπερι, ο Συνταγματάρχης Τσέρμσαϊντ απέδειξε τη σοβαρότητα της κατάστασης, δηλώνοντας ότι σε μια πόλη 54.755 κατοίκων, υπήρχαν 39.900 Μουσουλμάνοι πρόσφυγες που χρειάζονταν οθωμανική βοήθεια. Μη μπορώντας να επιστρέψουν στα σπίτια τους, πολλοί από τους Μουσουλμάνους πρόσφυγες έμειναν φτωχοί, καθώς οι περιουσίες τους είτε καταστράφηκαν είτε οικειοποιήθηκαν από τους Χριστιανούς γείτονές τους. Ο Chermside κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η μόνη λύση στο πρόβλημα θα ήταν μια μεγάλη μετανάστευση Κρητικών Μουσουλμάνων σε άλλα μέρη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μόλις εγκαθιδρυθεί η χριστιανική πολιτική ηγεμονία της Κρήτης. Ο Chermside πίστευε ότι αυτή η μετακίνηση των Μουσουλμάνων από την Κρήτη θα έπρεπε να είναι παρόμοια με τη μετανάστευση άλλων μουσουλμανικών λαών από τη Βουλγαρία, τη Σερβία, τον Καύκασο και τη Βοσνία. Η μετανάστευση μουσουλμανικών κοινοτήτων από τα Βαλκάνια και τον Καύκασο στα τέλη του 19ου αιώνα θεωρήθηκε μια ανθρωπιστική προσπάθεια, ειδικά για την προστασία των χριστιανικών ομάδων στα όρια της Ευρώπης, νομιμοποιώντας τις Μεγάλες Δυνάμεις ως ηθικές και ηθικές αρχές.
Λόγω των εντάσεων που σχετίζονταν με την εξέγερση του 1897, ξέσπασαν νέες εχθροπραξίες στον Χάνδακα τον Σεπτέμβριο του 1898. Στη συνέχεια, οι Ευρωπαϊκές Δυνάμεις ανάγκασαν τα οθωμανικά στρατεύματα να εγκαταλείψουν την Κρήτη και ανακήρυξαν το νησί αυτόνομο κράτος υπό την προστασία ενός διεθνούς επιτρόπου. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επέλεξαν τον Πρίγκιπα Γεώργιο της Ελλάδας για τη θέση, παρά τις αντιρρήσεις του Σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ Β΄. Μόλις ο Πρίγκιπας Γεώργιος ανέλαβε τη θέση του επιτρόπου, ήρε τους νομικούς περιορισμούς που επέτρεπαν στους Κρητικούς Μουσουλμάνους να μεταναστεύσουν από το νησί ως κίνητρο για να μετακινηθούν. Υπήρχε επίσης η ελπίδα ότι επιτρέποντας στους Μουσουλμάνους να εγκαταλείψουν το νησί, οι Χριστιανοί πρόσφυγες που είχαν καταφύγει στην Ελλάδα θα δελεάζονταν να επιστρέψουν στην Κρήτη, απαλλάσσοντας έτσι την Ελλάδα από τις ανθρωπιστικές της υποχρεώσεις.
Για την μουσουλμανική κοινότητα, η θητεία του Πρίγκιπα Γεωργίου ήταν ένα σαφές σημάδι μιας ένωσης μεταξύ Κρήτης και Ελλάδας. Χωρίς βιώσιμο μέλλον στο νησί, ο μουσουλμανικός πληθυσμός έφυγε σε μεγάλους αριθμούς από τα τέλη του 1898 έως το 1899 - κυρίως προς το λιμάνι της Σμύρνης. Τον Νοέμβριο του 1898, ο αριθμός των Κρητικών Μουσουλμάνων που έφτασαν στη Σμύρνη ήταν 3.000. Μέχρι τον Μάιο του 1899, ο αριθμός αυξήθηκε σε 20.000. Η ροή των προσφύγων μειώθηκε στα τέλη του 1899, λόγω των οθωμανικών περιορισμών, αλλά οι οικογένειες Κρητικών Μουσουλμάνων συνέχισαν να φτάνουν στη Σμύρνη καθώς το νησί προετοιμαζόταν για την ένωση με την Ελλάδα και την ανταλλαγή πληθυσμών του 1923. Η οθωμανική κυβέρνηση, ανησυχώντας ότι ο υπερπληθυσμός των Κρητικών Μουσουλμάνων θα προκαλούσε θρησκευτικές εντάσεις στη Σμύρνη, μετέφερε ξανά τις οικογένειες Κρητικών Μουσουλμάνων. Από τη Σμύρνη, οι οικογένειες επανεγκαταστάθηκαν σε μέρη της Ανατολίας και σε άλλα μέρη εντός της Αυτοκρατορίας, όπως το Χαλέπι , η Τρίπολη, η Βεγγάζη και η Βηρυτός.
Δυστυχώς, η εκτοπισμός των Κρητικών Μουσουλμάνων είναι μόνο ένα παράδειγμα από τις πολλές κοινότητες που είχαν παγιδευτεί στις προβληματικές έννοιες των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων για γεωπολιτική, θρησκεία και ανθρωπισμό υπό το λάβαρο του Ανατολικού Ζητήματος. Δυστυχώς, το Ανατολικό Ζήτημα είχε μακροχρόνιο αντίκτυπο στη σύγχρονη Μέση Ανατολή. Σήμερα, το 2026, η κληρονομιά του Ανατολικού Ζητήματος εξακολουθεί να στοιχειώνει τη Μέση Ανατολή με την πληθώρα ανταγωνιστικών πολιτικών ατζεντών στην περιοχή και τον ρόλο των ευρωπαϊκών κοινοτήτων στον τρόπο διευθέτησης των εκτοπισμένων πληθυσμών που επηρεάζονται από τις δολοπλοκίες του.
Εικόνα τίτλου: Συλλογή Stereoview του Ελληνοτουρκικού Πολέμου του 1897, Τμήμα Εκτυπώσεων & Φωτογραφιών, Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου, LOT11678.
Το
1900 η Μονή διαλύθηκε μαζί με άλλες μονές της Κρήτης. Επανιδρύεται σαν
γυναικεία το 1940. Μετά την κατάληψη της Κρήτης από τους Γερμανούς,
φιλοξενήθηκαν στη Μονή αρκετοί στρατιώτες, αγωνιστές και άλλοι που
ανήκαν στην αγγλική κατασκοπεία. Το 1943 εγκαταστάθηκαν οι Γερμανοί
κατακτητές στη Μονή (αφού έδιωξαν τους μοναχούς). Τότε πολυβολήθηκαν από
αγγλικό αεροπλάνο. Σημάδια του πολυβολισμού φαίνονται σε χαμηλή εικόνα
του τέμπλου. Η ζωή ξαναγύρισε μετά την 27η Ιανουαρίου 1944, ημέρα που
έφυγαν οι Γερμανοί. Αυτή η ζωή συνεχίζεται αδιάκοπα από τους φιλόξενους
και δραστήριους μοναχούς που προσφέρουν τις υπηρεσίες τους και κρατούν
ζωντανό το ιερό αυτό προσκύνημα. - See more at:
http://www.mykriti.gr/politismos/item/6383-moni-panagias-xrysoskalitissas#sthash.nulX0hqT.dpuf
Moνή Παναγίας Χρυσοσκαλίτισσας
Παρασκευή, 30 Μαΐου 2014 - 06:43
Δεν
έχουμε γραπτές μαρτυρίες για το ξεκίνημα του ιερού προσκυνήματος της
Χρυσοσκαλίτισσας. Η παράδοση αναφέρει ότι η ιερότητα του χώρου αρχίζει
με την παρουσία (εύρεση) της εικόνας της Κοίμησης της Θεοτόκου σε κόγχη
του βράχου.
Η
εικόνα αυτή κρύφτηκε εδώ πιθανότατα την εποχή της εικονομαχίας 726-842
μ.Χ. Λέγεται μάλιστα ότι βρέθηκε από ένα γεωργό που έβλεπε σαν όραμα
φλόγα καντηλιού τα βράδια. Πριν κτισθεί η Χρυσοσκαλίτισσα στη θέση της
υπήρχε άλλος ναός στο όνομα της Κοίμησης της Θεοτόκου. Ηταν
προσκολλημένος σε σπηλαιώδη βράχο. Στη σκέπη του βράχου υπήρχε και άλλος
συνεχόμενος ναός της Αγίας Τριάδος.
Κάποτε
αποφάσισαν να κτίσουν μεγαλύτερη την εκκλησία και σκέφτηκαν η ανέγερση
να γίνει στους πρόποδες του βράχου, γιατί, έτσι θα απέφευγαν τις
δυσκολίες και τον κόπο του ανεβάσματος των υλικών. Λέγεται ότι ενώ η
εικόνα είχε μεταφερθεί αλλού, μυστηριακά γυρνούσε στη θέση που είχε
πρωτοβρεθει. Όλοι θεώρησαν το γεγονός θέληση της Παναγίας να κτισθεί ο
ναός πάνω στο βράχο, πράγμα που έγινε.
Το
όνομα το πήρε, (κατά την παράδοση πάντα), από ένα χρυσό σκαλοπάτι, το
τελευταίο από τα ενενήντα οκτώ που είχε τότε. Τα πρώτα χρόνια της
Τουρκοκρατίας, ο Πατριάρχης αναγκάστηκε να πουλήσει τα κτήματα της Μονής
καθώς και το χρυσό σκαλοπάτι, για να πληρώσει τους βαρύτατους φόρους
που είχε επιβάλει ο σουλτάνος, με συνέπεια την ερήμωση του Μοναστηριού.
Την ημέρα του Πάσχα του έτους 1824 έγινε η μεγάλη σφαγή στο Λαφονήσι από
τους Τουρκοαιγύπτιους. Στο πέρασμά τους χάλασαν δέκα εκκλησίες της
περιοχής. Πέρασαν και από τη Χρυσοσκαλίτισσα που ήταν έρημη. Ήθελαν να
την ισοπεδώσουν, αλλά τους εμπόδισε ένα σμήνος μελισσών, που είχε για
κυψέλη την κόγχη που βρίσκεται το εικονοστάσι το οποίο συναντούμε, όταν
ανεβαίνουμε στη Μονή.
Πρώτος,
που κατοίκησε μετά την ερήμωση, ήταν ένας μοναχός Ιωαννίκιος από τα
Κύθηρα. Μετά το θάνατό του ακολούθησε νέα ερήμωση. Το 1855 άρχισε η
αναβίωση της Μονής με την εγκατάσταση του μοναχού Μανασσή Καραγιαννάκη.
Καταγόταν από την οικογένεια των Γλυνιάδων του χωριού Ασκύφου Σφακίων.
Από συνδρομές, άρχισε την ανακαίνιση της ερειπωμένης Μονής και από τα
ερείπια έκτιζε νέα κτίρια. Μετά από μερικά χρόνια ήλθε στη Μονή ο
Εμμανουήλ Καλιτσουνάκης καταγόμενος από το χωριό Τζιτζιφιά.
Χειροτονήθηκε ιερομόναχος και πήρε το όνομα Μελέτιος. Ο Μανασσής έφερε
την αργυρή εικόνα της Παναγίας από τη Σμύρνη. Το 1866 πέθανε ο Μανασσής
αφήνοντας, μια μικρή περιουσία που είχε αγοράσει από συνδρομές και
χρήματα. Ο Μελέτιος συνέχισε επάξια το έργο του προϊσταμένου του Μανασσή
και επί των ημερών του το μοναστήρι ήταν ιδιόρρυθμο. Τον Μελέτιο
διαδέχθηκε ο Μανασσής κατά κόσμον Μιχαήλ Κατερινάκης από το
Αμυγδαλοκεφάλι. Επί Μανασσή χάλασαν την παλιά εκκλησία και έκοψαν το
βράχο για τη δημιουργία χώρου για το χτίσιμο της εκκλησίας που βλέπουμε
σήμερα. Το κτίριο άρχισε με προθυμία και ζήλο την 9η Μαίου 1894 και
περατώθηκε την 10η Αυγούστου του ίδιου έτους. Τα εγκαίνια έγιναν την
ημέρα της εορτής της Κοίμησης της Θεοτόκου (15 Αυγούστου). Το 1897 ο
Μανασσής έφυγε στο εξωτερικό και τον διαδέχθηκε ο Γρηγόριος Πλοκαμάκης
(από Πλοκαμιανά) που υπηρέτησε τη Μονή περισσότερο από μισό αιώνα. Αυτόν
αναφέρει ο Καζαντζάκης στο έργο του «Αναφορά στον Γκρέκο».
Το
1900 η Μονή διαλύθηκε μαζί με άλλες μονές της Κρήτης. Επανιδρύεται σαν
γυναικεία το 1940. Μετά την κατάληψη της Κρήτης από τους Γερμανούς,
φιλοξενήθηκαν στη Μονή αρκετοί στρατιώτες, αγωνιστές και άλλοι που
ανήκαν στην αγγλική κατασκοπεία. Το 1943 εγκαταστάθηκαν οι Γερμανοί
κατακτητές στη Μονή (αφού έδιωξαν τους μοναχούς). Τότε πολυβολήθηκαν από
αγγλικό αεροπλάνο. Σημάδια του πολυβολισμού φαίνονται σε χαμηλή εικόνα
του τέμπλου. Η ζωή ξαναγύρισε μετά την 27η Ιανουαρίου 1944, ημέρα που
έφυγαν οι Γερμανοί. Αυτή η ζωή συνεχίζεται αδιάκοπα από τους φιλόξενους
και δραστήριους μοναχούς που προσφέρουν τις υπηρεσίες τους και κρατούν
ζωντανό το ιερό αυτό προσκύνημα.
- See more at: http://www.mykriti.gr/politismos/item/6383-moni-panagias-xrysoskalitissas#sthash.nulX0hqT.dpuf