Δευτέρα 27 Απριλίου 2026

Η Αρετής της Σπιναλόγκα!

«Η Αρετή της Σπιναλόγκας» Σπιναλόγκα, 1954. Χειμώνας.
Τη φώναζαν Αρετή. Δεν ήταν το όνομά της. Το διάλεξε μόνη της όταν πάτησε το νησί. «Αν θα ζήσω εδώ», είπε στον βαρκάρη που την άφησε στην αποβάθρα, «θα έχω τουλάχιστον ένα όνομα που να μου θυμίζει ποια θέλω να είμαι.» Ήταν 24 χρονών. Δασκάλα από τη Νεάπολη Λασιθίου. Με μαλλιά κορακί και χέρια που μύριζαν κιμωλία. Μέχρι που μια μέρα είδε μια άσπρη κηλίδα στον καρπό. Λέπρα. Ο νόμος ήταν νόμος. Μέσα σε μια νύχτα, από την τάξη στο καΐκι. Από την Κρήτη στη Σπιναλόγκα. Την πρώτη μέρα δεν έκλαψε. Κοίταξε τα βενετσιάνικα τείχη. Κοίταξε τα σπίτια με τις μισόκλειστες πόρτες. Κοίταξε τη θάλασσα που τη χώριζε από τη ζωή. Και είπε: «Εντάξει. Αν είναι να πεθάνω εδώ, θα πεθάνω όρθια.» Η Σπιναλόγκα δεν ήταν μόνο θάνατος. Ήταν χωριό. Με καφενείο. Με μπακάλη. Με εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονα. Με ανθρώπους που μάθαιναν να ζουν απ’ την αρχή. Γιατί ο λεπρός δεν πεθαίνει μόνο από την αρρώστια. Πεθαίνει από τη λήθη. Η Αρετή άνοιξε σχολείο. Στο σπίτι της, με ασβεστωμένους τοίχους. Μάζεψε τα παιδιά του νησιού. Τα παιδιά που γεννήθηκαν εκεί. Τα παιδιά των λεπρών. «Ο κόσμος σας φοβάται», τους έλεγε. «Γι’ αυτό εσείς να μην φοβηθείτε ποτέ τα γράμματα. Η αμάθεια είναι χειρότερη από τη λέπρα.» Έγραφε στην πλάκα με το χέρι της. Τα δάχτυλά της είχαν αρχίσει να στραβώνουν. Κάθε γράμμα πονούσε. Κάθε «Α» ήταν μια νίκη. Τα παιδιά τη φώναζαν «κυρά-Αρετή». Οι μεγάλοι τη φώναζαν «η Δασκάλα». 1957. Ήρθε το φάρμακο. Η σουλφόνη. Η Σπιναλόγκα άρχισε να αδειάζει. Ένας-ένας, έπαιρναν το καΐκι για την Ελούντα. Για την ελευθερία. «Φεύγεις, Αρετή;» τη ρώτησε ο παπάς. Κοίταξε τα χέρια της. Στραβά. Σημαδεμένα. Κοίταξε τα παιδιά. 12 ψυχές που δεν είχαν πάει ποτέ απέναντι. «Όχι ακόμα, παπά μου. Ποιος θα τους μάθει προπαίδεια;» Έμεινε 3 χρόνια παραπάνω. Μέχρι να μάθει και ο τελευταίος μαθητής να διαβάζει. Μέχρι να κλείσει το τετράδιο και να πει: «Τώρα μπορείτε να φύγετε. Ο κόσμος δεν θα σας φοβηθεί αν ξέρετε γράμματα.» 1960. Τελευταίο καΐκι. Η Αρετή, 30 χρονών, πάτησε στην Ελούντα. Τα μαλλιά της είχαν ασπρίσει στους κροτάφους. Όχι από γηρατειά. Από νύχτες που άλλαζε τις γάζες των παιδιών. Από φόβο μην πεθάνει πριν τα μάθει. Κανείς δεν την περίμενε. Η μάνα της είχε πεθάνει. Ο αρραβωνιαστικός της είχε παντρευτεί. Η λέπρα είχε γιατρευτεί. Η μοναξιά όχι. Πήγε στη Νεάπολη. Δεν τη γνώρισε κανείς. Έπιασε δουλειά σε ένα ραφείο. Έραβε με τα στραβά της δάχτυλα. Ποτέ δεν είπε πού ήταν 6 χρόνια. Μόνο όταν τη ρωτούσαν γιατί δεν παντρεύτηκε, χαμογελούσε: «Είχα πολλά παιδιά να μεγαλώσω. Δεν πρόλαβα.» 2004. Ελούντα. Ένα πούλμαν με τουρίστες. Ένας γιατρός, 60 χρονών, από την Αθήνα, ακούει τον ξεναγό να λέει για τη Σπιναλόγκα. Κατεβαίνει. Ψάχνει. Ρωτάει. Βρίσκει τη Αρετή σε ένα γηροκομείο. 84 χρονών. Γονατίζει μπροστά της. «Κυρά-Αρετή… δεν με θυμάσαι; Είμαι ο Μανωλάκης. Μου έμαθες το “αλφα” στη Σπιναλόγκα. Έγινα γιατρός εξαιτίας σου. Ήρθα να σε πάρω σπίτι μου. Να σε φροντίσω εγώ τώρα.» Η Αρετή τον κοίταξε. Τα μάτια της θολά. Τα χέρια της τρέμουν. Και για πρώτη φορά μετά από 50 χρόνια, έκλαψε. Όχι από τη λέπρα. Από την αρετή. Η Σπιναλόγκα έκλεισε το 1957. Αλλά η Αρετή έμεινε μέχρι το 1960. Γιατί μερικοί άνθρωποι διαλέγουν να είναι φάροι. Να καίγονται μόνοι τους, για να βλέπουν οι άλλοι πού είναι η στεριά. Τα μαλλιά της άσπρισαν στα 30. Όπως της Μαίρης Λιόβα. Όχι από στρατόπεδο. Από νησί. Όχι από Γερμανούς. Από αρρώστια. Αλλά η θυσία είναι ίδια. Και η αξιοπρέπεια δεν έχει λέπρα. Ποτέ ξανά, ποτέ. Ποτέ ξανά νησιά για αρρώστους. Ποτέ ξανά φόβος για το διαφορετικό. Ποτέ ξανά λήθη για όσους έμειναν πίσω να διδάξουν. Πηγή : Ομφαλός της γης ΙΙ
Το Ροζ Μαξιλάρι — Κρήτη, Μάης 1937
Το χωριό σκαρφαλωμένο στις ρίζες του Ψηλορείτη. Ασβεστόχτιστα σπίτια, ελιές ασημιές, και ο αέρας να μυρίζει θυμάρι και θάλασσα. Μάης. Τα χωράφια ήταν γεμάτα σούλα — εκείνο το άγριο τριφύλλι που ανέβασες. Ροζ-μωβ, με ασημί χνούδι. Όταν φυσούσε, τα χωράφια έμοιαζαν με θάλασσα στο δειλινό. Η Κυρά-Αργυρώ, 60 χρονών. Χήρα. Μαυροφορεμένη από τα 25 της. Το πρόσωπό της σαν χάρτης της Κρήτης — βαθιές χαρακιές από ήλιο, αέρα, και δάκρυα. Ήξερε όλα τα βότανα, όλες τις βαφές, όλα τα γιατρικά. Η Ελένη, 18 χρονών. Εγγονή της. Θα παντρευόταν τον Σεπτέμβρη. Ο γαμπρός, βοσκός στα Αστερούσια. Της είχε φέρει δαχτυλίδι ασημένιο. Η προίκα: Δύο κασέλες. Σεντόνια, πετσέτες, φλοκάτες. Μα έλειπε το πιο σημαντικό — τα μαξιλάρια. Μάης, στο χωράφι. «Σήκω, Ελένη,» είπε η Αργυρώ χαράματα. «Πάμε για σούλα.» Πήραν τα δρεπάνια και κατέβηκαν. Το χωράφι ήταν ροζ. Χιλιάδες λουλούδια, σαν να είχε χιονίσει ροζ. «Γιατί τη μαζεύουμε, γιαγιά; Δεν τρώγεται,» ρώτησε η Ελένη. Η Αργυρώ χαμογέλασε. Πρώτη φορά την έβλεπε να χαμογελάει. «Γιατί από αυτήν θα φτιάξουμε τον ύπνο σου.» Έκοβαν μέχρι το μεσημέρι. Τα χέρια τους έγιναν ροζ από τη γύρη. Τα μανίκια, τα ποδιά, όλα. Γύρισαν φορτωμένες. Το βράδυ, στην αυλή. Η Αργυρώ είχε το καζάνι στη φωτιά. Έριξε μέσα τη σούλα. Το νερό έγινε μωβ-ροζ, σαν κρασί. Το σπίτι μύρισε άνοιξη. «Φέρε το πλουμί,» είπε. Η Ελένη έφερε το καλάθι. Λευκό πλουμί, μαζεμένο από τον Ιούλιο. Αφράτο σαν σύννεφο. Η Αργυρώ το βούτηξε στο καζάνι. Το ανακάτεψε με ξύλο. Έλεγε και μια ευχή, σιγανά: «Να ‘ναι ροζ ο ύπνος της. Να ‘ναι γλυκά τα όνειρα. Να ‘ναι χρωματιστή η ζωή που της έδωσα μαύρη.» Όταν το έβγαλε, ήταν αυτό. Dusty rose. Μωβ του δειλινού. Με ασημί άκρες. Σαν το λουλούδι. Σαν το χωράφι. Η Ελένη έβαλε τα χέρια της μέσα. Ήταν ζεστό, μαλακό, ζωντανό. «Γιαγιά,» ψιθύρισε. «Είναι το πιο όμορφο πράγμα που είδα.» «Είναι η Κρήτη, κόρη μου. Η Κρήτη βάφει ακόμα και τα πούπουλα.» Ιούλης, το γέμισμα. Έραβαν τα μαξιλάρια. Δύο μεγάλα, για την προίκα. Η Αργυρώ έβαζε το ροζ πλουμί μέσα, χούφτα-χούφτα. «Ξέρεις γιατί το βάφω, Ελένη;» ρώτησε. «Όχι.» «Γιατί όταν παντρεύτηκα εγώ, το 1895, κοιμήθηκα σε άσπρο μαξιλάρι. Άσπρο σαν το σάβανο. Και η ζωή μου βγήκε άσπρη — χωρίς χρώμα. Πόλεμοι, φτώχεια, χηρεία. Εσύ να κοιμάσαι στα ροζ. Να ξεγελάσεις τη μοίρα.» Η Ελένη έκλαψε. Πρώτη φορά έβλεπε τη γιαγιά να μιλάει για τον εαυτό της. Σεπτέμβρης, ο γάμος. Η προίκα φορτώθηκε στα μουλάρια. Καραβάνι για το σπίτι του γαμπρού. Πάνω-πάνω, τα δύο ροζ μαξιλάρια. Όλο το χωριό βγήκε να τα δει. «Τι χρώμα είναι αυτό, Αργυρώ;» ρώτησαν οι γυναίκες. «Είναι το χρώμα της σούλας. Είναι το χρώμα της Κρήτης τον Μάη. Είναι το χρώμα που δίνω στην εγγονή μου, γιατί εγώ δεν το είχα.» Το βράδυ, στο νέο της σπίτι, η Ελένη έπεσε στο μαξιλάρι. Μύριζε σούλα, μύριζε ήλιο, μύριζε γιαγιά. Κοιμήθηκε και είδε όνειρο: Ένα χωράφι ροζ, και τη γιαγιά νέα, 20 χρονών, να τρέχει μέσα με λυμένα μαλλιά. Σήμερα, 2026. Τα μαξιλάρια χάθηκαν. Το σπίτι γκρεμίστηκε. Η Ελένη πέθανε 95 χρονών, το 2014. Μα κάθε Μάη, στα χωράφια της Κρήτης, η σούλα ανθίζει. Ροζ, μωβ, με ασημί χνούδι. Κι αν σκύψεις και την μυρίσεις, θα σου πει την ιστορία. Για μια γιαγιά που έκλεψε χρώμα από το λουλούδι, για να το δώσει στην εγγονή της. Γιατί στην Κρήτη, ακόμα και η φτώχεια βάφεται. Και ο ύπνος, μερικές φορές, είναι ροζ. Πηγή Ομφαλός της γης ΙΙ

Σάββατο 4 Απριλίου 2026

Η Κρητική Επανάσταση του 1897 και η Μετανάστευση των Κρητικών Μουσουλμάνων

Φέτος συμπληρώνονται 129 χρόνια από την Κρητική επανάσταση του 1897, η οποία ώθησε την οθωμανική Κρήτη να γίνει αυτόνομο κράτος και, τελικά, οδήγησε στην προσάρτησή της από την Ελλάδα το 1913. Η επανάσταση προκάλεσε μαζική μετανάστευση της κρητικής μουσουλμανικής κοινότητας σε άλλα μέρη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η συντριπτική πλειοψηφία των Κρητικών Μουσουλμάνων ήταν ιθαγενείς Κρητικοί, των οποίων οι οικογένειες είχαν ασπαστεί τον Χριστιανισμό στο Ισλάμ στα μέσα του δέκατου έβδομου αιώνα μετά την οθωμανική κατάκτηση του νησιού. Οι Κρητικοί Μουσουλμάνοι, ως επί το πλείστον, μιλούσαν μόνο ελληνικά και δεν είχαν πάει ποτέ σε άλλα μέρη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η απόφαση να εγκαταλείψουν το νησί ήταν μια συντριπτική απώλεια πατρίδας και ξεχωριστής πολιτιστικής κληρονομιάς. Όπως ισχυρίζεται ο Davide Rodogno , η κρητική μετανάστευση προμήνυε την ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας κατά τη δεκαετία του 1920. Τα κρητικά ζητήματα ήταν ενδεικτικά του ευρύτερου «Ανατολικού Ζητήματος», που άφησε πίσω του η παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ο ανταγωνισμός μεταξύ των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων και των εθνικιστικών ομάδων στα Βαλκάνια για την απόκτηση οθωμανικών εδαφών για πολιτικά οφέλη. Για πολλούς, το «Ανατολικό Ζήτημα» ήταν επίσης ο κώδικας για τη διακυβέρνηση των Χριστιανών πολιτών της από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το ευρωπαϊκό κοινό είδε τα γεγονότα στην Κρήτη ως υπενθύμιση των ανθρωπιστικών αποτυχιών των Μεγάλων Δυνάμεων στις αρμενικές περιοχές της Ανατολίας το 1894-96. Στη λαϊκή φαντασία, η Κρήτη έγινε επίσης ένας αγώνας τύπου σταυροφορίας μεταξύ των «καταπιεσμένων» Χριστιανών Κρητικών και της «καταπιεστικής» μουσουλμανικής οθωμανικής κυβέρνησης, η οποία περιελάμβανε τους μουσουλμάνους Κρητικούς - θέτοντας έτσι το πολιτικό σκηνικό για μια μουσουλμανική έξοδο. Τον Ιανουάριο του 1897, εξεγέρσεις εξαπλώθηκαν σε όλη την Κρήτη, καθώς Κρητικοί Χριστιανοί επαναστάτες επαναστάτησαν κατά της τουρκικής κυριαρχίας με την ελπίδα να προωθήσουν τον στόχο τους για ένωση με την Ελλάδα. Ευρωπαϊκά πολεμικά πλοία και στρατεύματα στάλθηκαν από τις κυβερνήσεις τους στην Κρήτη για να αποκαταστήσουν την τάξη. Οι πολιτικές φιλοδοξίες των Χριστιανών επαναστατών οδήγησαν σε βίαιες μάχες με τους Μουσουλμάνους ομολόγους τους. Και οι δύο ομάδες διέπραξαν βίαιες πράξεις η μία εναντίον της άλλης. Λόγω των θρησκευτικών συγκρούσεων, πολλοί Μουσουλμάνοι κατέφυγαν στην ασφάλεια των παράκτιων πόλεων Χανίων, Ρεθύμνου και Χάνδακα για να προστατευτούν από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις. Η μεγαλύτερη μετανάστευση στις παράκτιες πόλεις έγινε στον Χάνδακα υπό τον έλεγχο των βρετανικών δυνάμεων, καθώς οι Μουσουλμάνοι πρόσφυγες εγκατέλειψαν τα σπίτια τους στις εσωτερικές επαρχίες. Σε διπλωματική αλληλογραφία με ημερομηνία 17 Απριλίου 1897 με τον Λόρδο Σέιλσμπερι, ο Συνταγματάρχης Τσέρμσαϊντ απέδειξε τη σοβαρότητα της κατάστασης, δηλώνοντας ότι σε μια πόλη 54.755 κατοίκων, υπήρχαν 39.900 Μουσουλμάνοι πρόσφυγες που χρειάζονταν οθωμανική βοήθεια. Μη μπορώντας να επιστρέψουν στα σπίτια τους, πολλοί από τους Μουσουλμάνους πρόσφυγες έμειναν φτωχοί, καθώς οι περιουσίες τους είτε καταστράφηκαν είτε οικειοποιήθηκαν από τους Χριστιανούς γείτονές τους. Ο Chermside κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η μόνη λύση στο πρόβλημα θα ήταν μια μεγάλη μετανάστευση Κρητικών Μουσουλμάνων σε άλλα μέρη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μόλις εγκαθιδρυθεί η χριστιανική πολιτική ηγεμονία της Κρήτης. Ο Chermside πίστευε ότι αυτή η μετακίνηση των Μουσουλμάνων από την Κρήτη θα έπρεπε να είναι παρόμοια με τη μετανάστευση άλλων μουσουλμανικών λαών από τη Βουλγαρία, τη Σερβία, τον Καύκασο και τη Βοσνία. Η μετανάστευση μουσουλμανικών κοινοτήτων από τα Βαλκάνια και τον Καύκασο στα τέλη του 19ου αιώνα θεωρήθηκε μια ανθρωπιστική προσπάθεια, ειδικά για την προστασία των χριστιανικών ομάδων στα όρια της Ευρώπης, νομιμοποιώντας τις Μεγάλες Δυνάμεις ως ηθικές και ηθικές αρχές. Λόγω των εντάσεων που σχετίζονταν με την εξέγερση του 1897, ξέσπασαν νέες εχθροπραξίες στον Χάνδακα τον Σεπτέμβριο του 1898. Στη συνέχεια, οι Ευρωπαϊκές Δυνάμεις ανάγκασαν τα οθωμανικά στρατεύματα να εγκαταλείψουν την Κρήτη και ανακήρυξαν το νησί αυτόνομο κράτος υπό την προστασία ενός διεθνούς επιτρόπου. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επέλεξαν τον Πρίγκιπα Γεώργιο της Ελλάδας για τη θέση, παρά τις αντιρρήσεις του Σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ Β΄. Μόλις ο Πρίγκιπας Γεώργιος ανέλαβε τη θέση του επιτρόπου, ήρε τους νομικούς περιορισμούς που επέτρεπαν στους Κρητικούς Μουσουλμάνους να μεταναστεύσουν από το νησί ως κίνητρο για να μετακινηθούν. Υπήρχε επίσης η ελπίδα ότι επιτρέποντας στους Μουσουλμάνους να εγκαταλείψουν το νησί, οι Χριστιανοί πρόσφυγες που είχαν καταφύγει στην Ελλάδα θα δελεάζονταν να επιστρέψουν στην Κρήτη, απαλλάσσοντας έτσι την Ελλάδα από τις ανθρωπιστικές της υποχρεώσεις. Για την μουσουλμανική κοινότητα, η θητεία του Πρίγκιπα Γεωργίου ήταν ένα σαφές σημάδι μιας ένωσης μεταξύ Κρήτης και Ελλάδας. Χωρίς βιώσιμο μέλλον στο νησί, ο μουσουλμανικός πληθυσμός έφυγε σε μεγάλους αριθμούς από τα τέλη του 1898 έως το 1899 - κυρίως προς το λιμάνι της Σμύρνης. Τον Νοέμβριο του 1898, ο αριθμός των Κρητικών Μουσουλμάνων που έφτασαν στη Σμύρνη ήταν 3.000. Μέχρι τον Μάιο του 1899, ο αριθμός αυξήθηκε σε 20.000. Η ροή των προσφύγων μειώθηκε στα τέλη του 1899, λόγω των οθωμανικών περιορισμών, αλλά οι οικογένειες Κρητικών Μουσουλμάνων συνέχισαν να φτάνουν στη Σμύρνη καθώς το νησί προετοιμαζόταν για την ένωση με την Ελλάδα και την ανταλλαγή πληθυσμών του 1923. Η οθωμανική κυβέρνηση, ανησυχώντας ότι ο υπερπληθυσμός των Κρητικών Μουσουλμάνων θα προκαλούσε θρησκευτικές εντάσεις στη Σμύρνη, μετέφερε ξανά τις οικογένειες Κρητικών Μουσουλμάνων. Από τη Σμύρνη, οι οικογένειες επανεγκαταστάθηκαν σε μέρη της Ανατολίας και σε άλλα μέρη εντός της Αυτοκρατορίας, όπως το Χαλέπι , η Τρίπολη, η Βεγγάζη και η Βηρυτός. Δυστυχώς, η εκτοπισμός των Κρητικών Μουσουλμάνων είναι μόνο ένα παράδειγμα από τις πολλές κοινότητες που είχαν παγιδευτεί στις προβληματικές έννοιες των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων για γεωπολιτική, θρησκεία και ανθρωπισμό υπό το λάβαρο του Ανατολικού Ζητήματος. Δυστυχώς, το Ανατολικό Ζήτημα είχε μακροχρόνιο αντίκτυπο στη σύγχρονη Μέση Ανατολή. Σήμερα, το 2026, η κληρονομιά του Ανατολικού Ζητήματος εξακολουθεί να στοιχειώνει τη Μέση Ανατολή με την πληθώρα ανταγωνιστικών πολιτικών ατζεντών στην περιοχή και τον ρόλο των ευρωπαϊκών κοινοτήτων στον τρόπο διευθέτησης των εκτοπισμένων πληθυσμών που επηρεάζονται από τις δολοπλοκίες του. Εικόνα τίτλου: Συλλογή Stereoview του Ελληνοτουρκικού Πολέμου του 1897, Τμήμα Εκτυπώσεων & Φωτογραφιών, Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου, LOT11678.

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2026

Ιερά Μονή της Παναγίας της Χρυσοσκαλίτισσας!

Το 1900 η Μονή διαλύθηκε μαζί με άλλες μονές της Κρήτης. Επανιδρύεται σαν γυναικεία το 1940. Μετά την κατάληψη της Κρήτης από τους Γερμανούς, φιλοξενήθηκαν στη Μονή αρκετοί στρατιώτες, αγωνιστές και άλλοι που ανήκαν στην αγγλική κατασκοπεία. Το 1943 εγκαταστάθηκαν οι Γερμανοί κατακτητές στη Μονή (αφού έδιωξαν τους μοναχούς). Τότε πολυβολήθηκαν από αγγλικό αεροπλάνο. Σημάδια του πολυβολισμού φαίνονται σε χαμηλή εικόνα του τέμπλου. Η ζωή ξαναγύρισε μετά την 27η Ιανουαρίου 1944, ημέρα που έφυγαν οι Γερμανοί. Αυτή η ζωή συνεχίζεται αδιάκοπα από τους φιλόξενους και δραστήριους μοναχούς που προσφέρουν τις υπηρεσίες τους και κρατούν ζωντανό το ιερό αυτό προσκύνημα. - See more at: http://www.mykriti.gr/politismos/item/6383-moni-panagias-xrysoskalitissas#sthash.nulX0hqT.dpuf

Moνή Παναγίας Χρυσοσκαλίτισσας

Παρασκευή, 30 Μαΐου 2014 - 06:43
Moνή Παναγίας Χρυσοσκαλίτισσας
Δεν έχουμε γραπτές μαρτυρίες για το ξεκίνημα του ιερού προσκυνήματος της Χρυσοσκαλίτισσας. Η παράδοση αναφέρει ότι η ιερότητα του χώρου αρχίζει με την παρουσία (εύρεση) της εικόνας της Κοίμησης της Θεοτόκου σε κόγχη του βράχου.
Η εικόνα αυτή κρύφτηκε εδώ πιθανότατα την εποχή της εικονομαχίας 726-842 μ.Χ. Λέγεται μάλιστα ότι βρέθηκε από ένα γεωργό που έβλεπε σαν όραμα φλόγα καντηλιού τα βράδια. Πριν κτισθεί η Χρυσοσκαλίτισσα στη θέση της υπήρχε άλλος ναός στο όνομα της Κοίμησης της Θεοτόκου. Ηταν προσκολλημένος σε σπηλαιώδη βράχο. Στη σκέπη του βράχου υπήρχε και άλλος συνεχόμενος ναός της Αγίας Τριάδος.
Κάποτε αποφάσισαν να κτίσουν μεγαλύτερη την εκκλησία και σκέφτηκαν η ανέγερση να γίνει στους πρόποδες του βράχου, γιατί, έτσι θα απέφευγαν τις δυσκολίες και τον κόπο του ανεβάσματος των υλικών. Λέγεται ότι ενώ η εικόνα είχε μεταφερθεί αλλού, μυστηριακά γυρνούσε στη θέση που είχε πρωτοβρεθει. Όλοι θεώρησαν το γεγονός θέληση της Παναγίας να κτισθεί ο ναός πάνω στο βράχο, πράγμα που έγινε.
Το όνομα το πήρε, (κατά την παράδοση πάντα), από ένα χρυσό σκαλοπάτι, το τελευταίο από τα ενενήντα οκτώ που είχε τότε. Τα πρώτα χρόνια της Τουρκοκρατίας, ο Πατριάρχης αναγκάστηκε να πουλήσει τα κτήματα της Μονής καθώς και το χρυσό σκαλοπάτι, για να πληρώσει τους βαρύτατους φόρους που είχε επιβάλει ο σουλτάνος, με συνέπεια την ερήμωση του Μοναστηριού. Την ημέρα του Πάσχα του έτους 1824 έγινε η μεγάλη σφαγή στο Λαφονήσι από τους Τουρκοαιγύπτιους. Στο πέρασμά τους χάλασαν δέκα εκκλησίες της περιοχής. Πέρασαν και από τη Χρυσοσκαλίτισσα που ήταν έρημη. Ήθελαν να την ισοπεδώσουν, αλλά τους εμπόδισε ένα σμήνος μελισσών, που είχε για κυψέλη την κόγχη που βρίσκεται το εικονοστάσι το οποίο συναντούμε, όταν ανεβαίνουμε στη Μονή.
Πρώτος, που κατοίκησε μετά την ερήμωση, ήταν ένας μοναχός Ιωαννίκιος από τα Κύθηρα. Μετά το θάνατό του ακολούθησε νέα ερήμωση. Το 1855 άρχισε η αναβίωση της Μονής με την εγκατάσταση του μοναχού Μανασσή Καραγιαννάκη. Καταγόταν από την οικογένεια των Γλυνιάδων του χωριού Ασκύφου Σφακίων. Από συνδρομές, άρχισε την ανακαίνιση της ερειπωμένης Μονής και από τα ερείπια έκτιζε νέα κτίρια. Μετά από μερικά χρόνια ήλθε στη Μονή ο Εμμανουήλ Καλιτσουνάκης καταγόμενος από το χωριό Τζιτζιφιά. Χειροτονήθηκε ιερομόναχος και πήρε το όνομα Μελέτιος. Ο Μανασσής έφερε την αργυρή εικόνα της Παναγίας από τη Σμύρνη. Το 1866 πέθανε ο Μανασσής αφήνοντας, μια μικρή περιουσία που είχε αγοράσει από συνδρομές και χρήματα. Ο Μελέτιος συνέχισε επάξια το έργο του προϊσταμένου του Μανασσή και επί των ημερών του το μοναστήρι ήταν ιδιόρρυθμο. Τον Μελέτιο διαδέχθηκε ο Μανασσής κατά κόσμον Μιχαήλ Κατερινάκης από το Αμυγδαλοκεφάλι. Επί Μανασσή χάλασαν την παλιά εκκλησία και έκοψαν το βράχο για τη δημιουργία χώρου για το χτίσιμο της εκκλησίας που βλέπουμε σήμερα. Το κτίριο άρχισε με προθυμία και ζήλο την 9η Μαίου 1894 και περατώθηκε την 10η Αυγούστου του ίδιου έτους. Τα εγκαίνια έγιναν την ημέρα της εορτής της Κοίμησης της Θεοτόκου (15 Αυγούστου). Το 1897 ο Μανασσής έφυγε στο εξωτερικό και τον διαδέχθηκε ο Γρηγόριος Πλοκαμάκης (από Πλοκαμιανά) που υπηρέτησε τη Μονή περισσότερο από μισό αιώνα. Αυτόν αναφέρει ο Καζαντζάκης στο έργο του «Αναφορά στον Γκρέκο».
Το 1900 η Μονή διαλύθηκε μαζί με άλλες μονές της Κρήτης. Επανιδρύεται σαν γυναικεία το 1940. Μετά την κατάληψη της Κρήτης από τους Γερμανούς, φιλοξενήθηκαν στη Μονή αρκετοί στρατιώτες, αγωνιστές και άλλοι που ανήκαν στην αγγλική κατασκοπεία. Το 1943 εγκαταστάθηκαν οι Γερμανοί κατακτητές στη Μονή (αφού έδιωξαν τους μοναχούς). Τότε πολυβολήθηκαν από αγγλικό αεροπλάνο. Σημάδια του πολυβολισμού φαίνονται σε χαμηλή εικόνα του τέμπλου. Η ζωή ξαναγύρισε μετά την 27η Ιανουαρίου 1944, ημέρα που έφυγαν οι Γερμανοί. Αυτή η ζωή συνεχίζεται αδιάκοπα από τους φιλόξενους και δραστήριους μοναχούς που προσφέρουν τις υπηρεσίες τους και κρατούν ζωντανό το ιερό αυτό προσκύνημα.
 
- See more at: http://www.mykriti.gr/politismos/item/6383-moni-panagias-xrysoskalitissas#sthash.nulX0hqT.dpuf

Σάββατο 20 Μαΐου 2023

ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΑΧΗΣ ΚΡΗΤΗΣ (20 – 31 ΜΑΙΟΥ 1941)

ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΑΧΗΣ  ΚΡΗΤΗΣ  (20 – 31 ΜΑΙΟΥ 1941)
Ο Χίτλερ λογάριαζε να καταλάβει την Κρήτη σε 24 ώρες. Χρειάστηκαν οκτώ ημέρες, που καθόρισαν την εξέλιξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.
20 Μαΐου: Αρχίζει η επίθεση. Την 6:30 πρωινή οι σταθμοί επιτηρήσεως αναφέρουν την προσέγγιση αεροσκαφών. Λίγο αργότερα σφοδροί βομβαρδισμοί ακούγονται στα Χανιά . Ακολουθεί η πτώση την 7:30 πρωινή των αλεξιπτωτιστών ενώ στους τομείς Ρέθυμνο και Ηρακλείου οι αλεξιπτωτιστές θα πέσουν μετά το μεσημέρι.
21 Μαΐου: Οι Γερμανοί εξακολουθούν να ρίχνουν το κύριο βάρος στο Μάλεμε. Η μοίρα του αγγλικού στρατού χτυπά γερμανική νηοπομπή 18 μίλια έξω από τα Χανιά . Βυθίζονται 15 διάφορων ειδών σκάφη και πνίγονται 4.000 Γερμανοί.
22 Μαΐου: Καταλαμβάνεται το χωριό Μάλεμε από τους Γερμανούς . Απόπειρα ανακαταλήψεως του αεροδρομίου από τις ελληνοβρετανικές δυνάμεις αποτυχαίνει. Ο υποστράτηγος Ρίγκελ , διοικητής των γερμανικών δυνάμεων στην Κρήτη, προσγειώνεται με το επιτελείο του στην δυτική όχθη του Ταυρωνίτη.
23 Μαΐου: Το αντιτορπιλικό “Ντικόι” παίρνει από την Αγία Ρούμελη το βασιλιά και την ακολουθία του, ενώ οι Γερμανοί κινούνται προς την Κάντανο.
25 Μαΐου: Καταλαμβάνεται η Κάντανος.
26 Μαΐου: Καταλαμβάνεται ο Γαλατάς.
27 Μαΐου: Αποβιβάζεται στη Σούδα το απόσπασμα των καταδρομών του συνταγματάρχη Λεϋμόκ απο 750 άνδρες που έπαιζε το ρόλο οπισθοφυλακής των βρετανικών δυνάμεων στα Χανιά . Από τον αρχιστράτηγο της Μέσης ανατολής στέλνεται στο διοικητή των Δυνάμεων Κρήτης η διαταγή για την εκκένωση και καταλαμβάνεται η πόλη των Χανίων .
27/5/41 Ο αρχιστράτηγος Μέσης Ανατολής Ουέιβελ αποφασίζει την εκκένωση του νησιού. Στέλνονται πλοία. Πέφτουν τα Χανιά.
28 Μαΐου 1941 Ιταλικά στρατεύματα, προερχόμενα από τα Ιταλοκρατούμενα Δωδεκάνησα, αποβιβάστηκαν στην Σητεία και στη συνέχεια κατέλαβαν όλο το Νομό Λασιθίου. Διοικητής ήταν ο Ιταλός Στρατηγός Άγγελος Κάρτας, που έκανε έδρα του νομού τη Νεάπολη.
28 Μαΐου : Οι Άγγλοι εκκενώνουν το Ηράκλειο.
29 Μαΐου : Οι Γερμανοί καταλαμβάνουν Ηράκλειο και Ρέθυμνο.
30 Μαΐου 1941 Ο διοικητής των συμμαχικών δυνάμεων στρατηγός Φράιμπεργκ αποχωρεί από την Κρήτη.
31 Μαΐου 1941 Το τελευταίο Βρετανικό πλοίο παραλαμβάνει μέρος των συμμαχικών στρατευμάτων. Οι δυνάμεις που δεν κατορθώνουν να επιβιβαστούν και που ο αριθμός τους ανέρχεται σε 5.500 άτομα περίπου, παραδίδονται, συλλαμβάνονται ή καταφεύγουν στα βουνά της Κρήτης.
Το πρωί της 1ης Ιουνίου 1941 έληξε η μάχη της Κρήτης η γερμανική σβάστικα κυματίζει στο Νησί, η κατοχή απλώνεται σ’ αυτό και ταυτοχρόνως αρχίζει και η υψηλόφρονη αντίσταση του Κρητικού λαού
Πηγή :https://www.imerisia-ver.gr/.../18096-%CE%BC%CE%B1%CE%B7...

Χρυσό κόσμημα των Μαλίων.

Χρυσό κόσμημα των Μαλίων.
Είναι επίσης γνωστό και ως των μελισσών ή σφηκών, που φιλοξενείται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου, είναι διάσημο αρχαιολογικό εύρημα του 1930 από τον Χρυσόλακκο, τον ταφικό περίβολο της νεκρόπολης των Μαλίων, Μάλια Κρήτης.

Η πρώτη περιγραφή του κοσμήματος έγινε από τον Pierre Demargne. Πρόκειται για περίαπτο, κρεμαστό κόσμημα, με βασικό στοιχείο αυτό των δύο αντικριστών εντόμων (υμενόπτερα). Επάνω από τα κεφάλια των εντόμων βρίσκεται ένας χρυσός συρμάτινος κλωβός, που περικλείει στο εσωτερικό του ένα χρυσό σφαιρίδιο. Στα φτερά και στο άκρο της κοιλιάς των εντόμων κρέμονται τρία στρογγυλά δισκία. Κατά την ερμηνεία του κοσμήματος έχει ειπωθεί ότι τα έντομα είναι σφήκες ή κοινές μέλισσες που κρατούν ανάμεσα στα πόδια τους μια κηρήθρα. Η απόδοση ότι τα έντομα είναι μέλισσες δεν θεωρείται ορθή, αν και αυτό επικρατεί στην κοινή αντίληψη του κόσμου. Τα έντομα μπορούν με ασφάλεια να καταταγούν στα Aculeata (Apocrita, Hymenoptera). Η πιο πρόσφατη πλήρη μελέτη του κοσμήματος, προτείνει ότι ο καλλιτέχνης χρησιμοποίησε ως μοντέλα για τα έντομα το Megascolia maculata και για τα τρία στρογγυλά κρεμαστά δισκία του κοσμήματος τους καρπούς του φυτού Καυκαλήθρα Tordylium apulum.

Ιστορική τοποθέτηση: 1800 - 1700 π.Χ.
Μουσείο: Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου
Πηγή: 
http://odysseus.culture.gr/h/4/gh430.jsp?obj_id=7904&fbclid=IwAR3B7pFJVP-q1ROLmylsjpxwcwyIwwdj-jCzSmJPCYaFVXs4fwhbkcmK_vY

Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2023

Μίμης Χριστοφιλάκης

12 Απριλίου 1911 ,αναχώρησαν από το "επάνω χωρίον Φουρνής" για την Αμερική. Η επιβίβαση έγινε στα Χανιά. Κράτησε ημερολόγιο ο Νικόλαος Π. Ζανάκης ή ο Ανδρέας Τραγάνας ( δεν μπορώ να καταλήξω ποιός από τους δύο) .Σημείωσε στην αρχή μια προσευχή και τον κρητικό ύμνο. Στο τέλος 12 σελίδες μαντινάδες ( αναρτώ την πρώτη)